CANÍCULA 2 – Especial Antología de Poetas Colombianos (español/griego)

 

Canícula
Antología bilingüe de poetas colombianos contemporáneos
(Español / Griego)
Erato
Burdelianas Poetry

 

⊂Ο⊃

DARÍO JARAMILLO AGUDELO
(Santa Rosa de Osos, 1947)

FOTO │©Archivo particular

 

Traducción: Ana Stergiou
Μετάφραση: Άννα Στεργίου

 

CANTAR POR CANTAR

 

Poseso por una resonancia

el eco armonioso de un lugar sin ruidos,

bañado por la luz amarilla de la luna llena:

una roca de grafito refleja sus destellos

y ella se mira en este espejo sin nubes por testigo.

Poseso por una resonancia,

alguien dentro de mí aparece y me transforma,

una risa de otro que recoge la luz preferida por la luna.

Puedo oír el eco del silencio absoluto,

es el sonido de la sombra de la hierba

iluminada por el metal de esta luna precisa.

Poseso por una resonancia,

el tiempo transcurre en varios ritmos,

pero no hay pasado en este cuento,

alguien que no soy yo, dentro de mí aparece

y me dicta cosas que ignoro.

Y obedezco.

 

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 
Κατέχω από έναν αντίλαλο
την αρμονική ηχώ ενός τόπου δίχως θορύβους,
λουσμένο στο κίτρινο φως της πανσελήνου:
ένας βράχος από γραφίτη αντανακλά τη λάμψη της
κι εκείνη κοιτάζεται σ’ αυτόν τον καθρέφτη δίχως σύννεφα για μάρτυρες.
Κατέχω από έναν αντίλαλο,
κάποιος μέσα μου εμφανίζεται και με μεταμορφώνει,
ένα χαμόγελο κάποιου άλλου που μαζεύει το αγαπημένο φως του φεγγαριού.
Μπορώ να ακούσω την ηχώ της απόλυτης σιωπής,
είναι ο ήχος της σκιάς της χλόης
φωτισμένη απ’ το μέταλλο αυτού του άψογου φεγγαριού.
Κατέχω από έναν αντίλαλο,
ο καιρός περνά σε διάφορους ρυθμούς,
αλλά δεν υπάρχει παρελθόν σ’ αυτήν την ιστορία,
κάποιος που δεν είμαι εγώ, μέσα μου εμφανίζεται
και μου υπαγορεύει πράγματα που αγνοώ.
Και υπακούω.

 

 

 

POEMAS DE AMOR, 1

Ese otro que también me habita,

acaso propietario, invasor quizás o exiliado en este cuerpo ajeno o de ambos,

ese otro a quien temo e ignoro, felino o ángel,

ese otro que está solo siempre que estoy solo, ave o demonio

esa sombra de piedra que ha crecido en mi adentro y en mi afuera,

eco o palabra, esa voz que responde cuando me preguntan algo,

el dueño de mi embrollo, el pesimista y el melancólico y el inmotivadamente alegre,

ese otro,

también te ama.

 

 

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1

Αυτός ο άλλος που επίσης κατοικεί μέσα μου,
ιδιοκτήτης ενδεχομένως, ίσως εισβολέας ή εξόριστος σ’ αυτό το ξένο σώμα ή και τα δύο,
αυτός ο άλλος τον οποίον φοβάμαι κι αγνοώ, αιλουροειδές ή άγγελος,
αυτός ο άλλος που έρχεται πάντα μόνο όταν είμαι μόνος, πουλί ή δαίμονας
αυτή η σκιά της πέτρας που έχει μεγαλώσει μέσα μου κι έξω μου,
ηχώ ή λέξη, αυτή η φωνή που αποκρίνεται όταν με ρωτούν κάτι,
ο αφέντης της σύγχυσής μου, ο απαισιόδοξος κι ο μελαγχολικός κι ο χωρίς λόγο χαρούμενος,
αυτός ο άλλος,
επίσης σ’ αγαπά.

 

 

 

POEMAS DE AMOR, 4

Algún día te escribiré un poema que no mencione el aire ni la noche;
un poema que omita los nombres de las flores, que no tenga jazmines o magnolias.
Algún día te escribiré un poema sin pájaros ni fuentes, un poema que eluda el mar
y que no mire a las estrellas.
Algún día te escribiré un poema que se limite a pasar los dedos por tu piel
y que convierta en palabras tu mirada.
Sin comparaciones, sin metáforas, algún día escribiré un poema que huela a ti,
un poema con el ritmo de tus pulsaciones, con la intensidad estrujada de tu abrazo.
Algún día te escribiré un poema, el canto de mi dicha.

 

 

 


ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 4

Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που δε θα μνημονεύει τον αέρα ούτε τη νύχτα‧
ένα ποίημα που θα παραλείπει τα ονόματα των λουλουδιών, που δε θα ’χει γιασεμιά ή μανόλιες.
Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα δίχως πουλιά ούτε πηγές, ένα ποίημα που θα υπεκφεύγει τη θάλασσα και που δε θα κοιτάζει τα αστέρια.
Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα περιοριστεί στο να περνά τα δάχτυλα στο δέρμα σου και που θα μετατρέψει σε λέξεις το βλέμμα σου.
Χωρίς συγκρίσεις, χωρίς μεταφορές, κάποια μέρα θα γράψω ένα ποίημα που θα μυρίζει εσύ,
ένα ποίημα με το ρυθμό των σφυγμών σου, με την πιεστική ένταση της αγκαλιάς σου.
Κάποια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα, την ωδή της ευτυχίας μου.

 

 

 

OMAR ORTÍZ FORERO
(Bogotá, 1950)

FOTO │©Marcela Sánchez – MARA

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

ALBATROS

Frente a la ventana, el viejo 

marinero

Sueña las ballenas que navegan por su alma

Y que su ojo feroz no arponeó.

Su corazón es de verdad un único

Cementerio marino. No el del poema,

El que viaja en esa pequeña ola

Que rueda lentamente por su mejilla.

 

 

 

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Μπροστά από το παράθυρο, ο παλιός ναύτης

Ονειρεύεται τις φάλαινες που διαπλέουν την ψυχή του

Και που το άγριο μάτι του δεν καμάκωσε.

Η καρδιά του είναι πραγματικά ένα μοναδικό

Ναυτικό νεκροταφείο. Όχι αυτό του ποιήματος,

Κείνο που ταξιδεύει σε τούτο το μικρό κύμα

που κυλά αργά στο μάγουλο του.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 1, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2020

 

 

 

 

 

NOCTURNO

Aquí está la memoria,

En estos libros, testigos mudos

De su blanca piel de luna, está escrita su historia.

Hay que mirar por las hendijas, donde su sombra,

A esta hora se desnuda. Nunca se piensa

Que la perfumada sábana del amor, sea la mortaja.

Mi corazón arrastra un barrilete, como un niño

Que suspende su vida en la levedad de una pluma.

Ahora, cuando la noche es más espesa

Alguien arrastra el cadáver de una alondra.

 

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Εδώ είναι η μνήμη,

Σ’ αυτά τα βιβλία, σιωπηλούς μάρτυρες

του λευκού της δέρματος από φεγγάρι, είναι γραμμένη η ιστορία της.

Πρέπει να ψάξεις για τις ρωγμές, όπου η σκιά της,

αυτή τη στιγμή ξεγυμνώνεται. Ποτέ δεν φαντάζεσαι

ότι το αρωματισμένο σεντόνι της αγάπης είναι το σάβανο.

Η καρδιά μου σέρνει ένα χαρταετό, σαν παιδί

που εξαρτά τη ζωή του από την ελαφρότητα ενός φτερού.

Τώρα, όταν η νύχτα είναι πιο πυκνή

Κάποιος σέρνει το πτώμα ενός κορυδαλλού.

 

Más textos en el siguiente enlace de ERATO ARS POETICA

 

⊂Ο⊃

 

EUGENIA SÁNCHEZ NIETO
(Bogotá, 1954)

FOTO │©Mateo Silva

 

Traducción: Stelios Karayanis
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

 

 

EL VACÍO DE LA NADA

Desde un edificio en ruinas

se asoma a su vacío

espesos árboles hacen bello el paisaje

el sol entra lento

voces indescifrables hablan un idioma incomprensible

él desganado percibe un olor memorable

¿Qué le dicen esas voces insistentes?

una llovizna suave moja su cuerpo en la caída

las nubes dibujan animales vibrantes

figuras distorsionadas, imposible retener algo

el sonido de una armónica, una guitarra lo atrapa, lo abraza

cae buscando un encuentro

 el vacío de la nada.

 

 

 

ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

Μέσα από ένα ερειπωμένο κτήριο

σκύβει στο  κενό του

πυκνά δέντρα ομορφαίνουν το τοπίο

ο ήλιος μπαίνει σιγά σιγά

φωνές δυσερμήνευτες μιλούν μια γλώσσα ακατανόητη

αυτός άκεφος δέχεται ένα άρωμα αξιομνημόνευτο

Τι του λένε αυτές οι επιμένουσες φωνές;

μια απαλή ψιχάλα μουσκεύει το κορμί του στην πτώση

τα σύννεφα σχεδιάζουν ζώα παλλόμενα

μορφές στρεβλωμένες, αδύνατο να συγκρατήσεις κάτι

τον ήχο μιας φυσαρμόνικα, μια κιθάρα τον αρπάζει, τον αγκαλιάζει

πέφτει ψάχνοντας μια συνάντηση

το κενό του τίποτα.

 

 

 

 

BAJO LAS SOMBRAS

Alguien con su quebrada voz canta por las calles de la noche

siento miedo, miedo de un disparo al aire

un tiro que deje en el asfalto un hombre

alguien con hambre lanza su quebrada voz al aire

desde mi cuarto deseo saltar

por uno de los cuadros que me acompañan

perderme en espacios de tormentas o de asombros,

besar una bella de Botticelli

tal vez arrullar un pequeño solo en medio del parque

o hacer parte para siempre de una pintura de Modigliani

cualquier cosa preferible

a la voz quebrada de ese hombre en medio de la noche.

 

 

 

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ

Κάποιος με τη ραγισμένη του φωνή τραγουδά μες στους δρόμους τη νύχτα

νιώθω φόβο, φόβο από έναν πυροβολισμό στον αέρα

μια βολή που άφησε στην άσφαλτο έναν άνθρωπο

κάποιος που πεινά υψώνει τη ραγισμένη φωνή του στον αέρα

από το δωμάτιό μου θέλω να πηδήξω

σε έναν από τους πίνακες που με συνοδεύουν

να χαθώ σε χώρους με θύελλες ή με εκπλήξεις,

να φιλήσω μια ωραία γυναίκα του Μποτιτσέλι

να νανουρίσω ίσως ένα μικρό παιδάκι ολομόναχο στη μέση του πάρκου

ή να αποτελέσω μέρος ενός έργου του Μοντιλιάνι

το οποιοδήποτε προτιμώμενο πράγμα

από τη ραγισμένη φωνή αυτού του ανθρώπου στη μέση της νύχτας.

 

⊂Ο⊃

 

RÓMULO BUSTOS AGUIRRE
(Santa Catalina de Alejandría, 1954)


Foto │©Alexánder Urzola

 

Traducción: Ana Stergiou
Μετάφραση: Άννα Στεργίου

 

 

ESCENA DE MARBELLA

Α Juan Marchena,
Cartagenero
del otro lado
del mar

Junto a las piedras está Dios bocarriba

Los pescadores en fila tiraron largamente de la red

Y ahora yace allí con sus ojos blancos mirando al cielo

Parece un bañista definitivamente distraído

Parece un gran pez gordo de cola muy grande

Pero es solo Dios

hinchado y con escamas impuras

¿Cuánto tiempo habrá rodado sobre las aguas?

Los curiosos observan la pesca monstruosa

Algunos separan una porción y la llevan

                                               para sus casas

Otros se preguntan si será conveniente

comer de un alimento que ha estado tanto tiempo

                                    expuesto a la intemperie

 

 

 

ΣΚΗΝΗ  ΑΠ’ ΤΗΜΑΡΜΠΕΓΙΑ

Στο Χουάν Μαρτσένα,

απ’ την Καρταχένα

της άλλης πλευράς του ωκεανού

 

Δίπλα στις πέτρες βρίσκεται ο Θεός ανάσκελα

Οι ψαράδες στη σειρά έριξαν μακριά τα δίχτυα

Και τώρα κείτεται εκεί με τα λευκά του μάτια θωρώντας τον ουρανό

Μοιάζει με έναν λουόμενο εντελώς αφηρημένο

Μοιάζει με ένα μεγάλο χοντρό ψάρι με μεγάλη ουρά

Αλλά είναι απλά ένας Θεός

πρησμένος και με βρώμικα λέπια

Πόσες φορές θα έχει τσαλαβουτήσει σ’ αυτά τα νερά;

Οι περίεργοι παρατηρούν το τερατώδες ψάρι

Κάποιοι κόβουν ένα κομμάτι για να το πάρουν

σπίτι τους

Άλλοι αναρωτιούνται αν είναι σωστό

να φάνε μια τροφή που ήταν τόσο καιρό

εκτεθειμένηστηνύπαιθρο

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 2, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2019

 

 

 

DEL CANGREJO ERMITAÑO

Rara costumbre la del cangrejo ermitaño

Se le va la vida buscando caparazones de otros moluscos

latas, recipientes vacíos

toda suerte de objetos cóncavos abandonados

por sus antiguos huéspedes para instalarse en ellos

 

Es posible que todo se deba

a una compulsión turística por la novedad

 

O a un síndrome de inestabilidad casi metafísica

 

O a simple ejercicio peripatético de quien tiene

demasiadas patas que ejercitar

 

¿O habrá algo más de fondo en todo esto?

 

Quizás convenga preguntar

al secreto cangrejo ermitaño que habita

                                               en cada uno de nosotros

 

Ese que, sin duda, acaba de escribir este poema

 

 

 

ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΚΑΒΟΥΡΑΣ

Παράξενη συνήθεια αυτή του ερημίτη κάβουρα

Περνά τη ζωή του αναζητώντας κελύφη από άλλα μαλάκια

κονσέρβες, άδεια δοχεία

κάθε είδους κούφια αντικείμενα εγκαταλελειμμένα

απ’ τους παλιούς τους ιδιοκτήτες για να εγκατασταθεί εκεί

 

Είναι πιθανό αυτό να οφείλεται

σε μια τουριστική παρόρμηση για το καινούριο

 

Η σε ένα σύνδρομο αστάθειας σχεδόν μεταφυσικής

 

Η στην απλή άσκηση περιπατητικής όσων έχουν

πολλά πόδια να εξασκήσουν

 

Η μήπως υπάρχει κάτι πιο βαθύ σ’ όλο αυτό;

 

Ίσως θα ’πρεπε να ρωτήσουμε

τον κρυφό ερημίτη κάβουρα που κατοικεί

                                               στον καθένα μας

                                              

Εκείνον που, αναμφίβολα, μόλις έγραψε ετούτο το ποίημα

 

Más textos en el siguiente enlace de BPoetry

 

⊂Ο⊃

 

HENRY BENJUMEA YEPES
(Villavicencio, 1957)

FOTO │©Archivo particular

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

PASO A PASO

si amanece como siempre
hoy será un mal día para los poetas

tal vez en otros tiempos
podían hablar de viajes
de olas y naufragios

amarrar los duendes a la base del mástil
para aplacar las tempestades

ahora es a otro precio
nadie asume su oficio
el carpintero no asierra la madera
ni los muertos acuden a la cita
para tranquilidad de los verdugos

 

 

 

ΒΗΜΑ ΠΡΟΣ ΒΗΜΑ

αν ανατείλει όπως πάντα
σήμερα θα είναι μια κακή μέρα για τους ποιητές

ίσως σε άλλες εποχές
μπορούσαν να μιλούν για ταξίδια
για κύματα και για ναυάγια

να δένουν τα ξωτικά στη βάση του ιστού
για να κατευνάζουν τις καταιγίδες

τώρα είναι άλλη υπόθεση
κανείς δεν αναλαμβάνει το αξίωμά του
ο ξυλουργός δεν πριονίζει το ξύλο
ούτε καν οι νεκροί πηγαίνουν στο ραντεβού
για τη γαλήνη των εκτελεστών

 

 

 

PENÉLOPE

mi fidelidad
es a toda prueba
cuenta la historia

pero nadie sabe
que quien me trajo
la primera madeja
conquistó mi corazón

desde entonces tejo de día
y destejo de noche
la senda inevitable
que me trae a tus brazos

 

 

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

η πίστη μου
είναι ολότελα δοκιμασμένη
λέει η ιστορία

αλλά κανείς δεν ξέρει
ότι αυτός που μου έφερε
το πρώτο κουβάρι
κατέκτησε την καρδιά μου

από τότε υφαίνω τη μέρα
και ξηλώνω τη νύχτα
το αναπόφευκτο μονοπάτι
που με φέρνει στα χέρια σου

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 3, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2019

 

 

 

 


¿ES ESTA MESA DE LA MISMA MATERIA QUE ESE ARCOÍRIS?

la mesa se concentra en aquietarse mesa
y el arcoíris se disipa en la concentración

la mesa tiene un hacedor
no así
el autopoiético arcoíris

a fe participan de la misma esencia
pero el ojo anda atento a la engañifa del suceso
que se resiste a la efímera existencia
y se obstina en ser real

a medida que me adentro más en uno
el otro, inasible, se me escapa

soy un poco más mesa y menos arcoíris
a veces viceversa

donde se estrecha la intuición
aparecen la disección y los teoremas
donde no llega el escalpelo de la ciencia
resurge con vehemencia la poesía

¿proceden acaso de igual forma
el hachero y el joyero?
como ven la pregunta no es inocua
y yo soy un amateur en el oficio

 

 

 

EINAI AYTO TO ΤΡΑΠΕΖΙ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΥΛΙΚΟ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ;

το τραπέζι συγκεντρώνεται στo να ηρεμήσει το τραπέζι
και το ουράνιο τόξο διαλύεται στην αυτοσυγκέντρωση

το τραπέζι έχει έναν κατασκευαστή
όχι ομοίως
το αυτοδημιούργητο ουράνιο τόξο

κατά πίστη συμμετέχουν στην ίδια ουσία
αλλά το μάτι είναι προσεκτικό στην φενάκη του γεγονότος
που αντιστέκεται στην εφήμερη ύπαρξη
και επιμένει στην αληθινή ύπαρξη

καθώς εισέρχομαι περισσότερο στο ένα
το άλλο, άπιαστο, μου διαφεύγει

είμαι λίγο περισσότερο τραπέζι και λιγότερο ουράνιο τόξο
μερικές φορές το αντίστροφο

όπου η διαίσθηση στενεύει
εμφανίζονται η ανατομή και τα θεωρήματα
όπου το νυστέρι της επιστήμης δεν φτάνει
αναδύεται ξανά με σφοδρότητα η ποίηση

Ενεργούν ίσως με τον ίδιο τρόπο
ο υλοτόμος και ο κοσμηματοπώλης;
όπως βλέπετε η ερώτηση δεν είναι αβλαβής
κι εγώ είμαι ερασιτέχνης στο επάγγελμα

 

 

 

 

DECLARACIÓN DE IMPOTENCIA

es vana pretensión el inventario del detalle
el conocimiento huye de la singularidad
los dioses se funden solo en uno
mientras el dios de carne y hueso
con una cabriola de su mente
construye un universo nuevo

el conocimiento huye de la singularidad
el universo, otrora estrellas y planetas
habitado por millones de organismos
ha venido a parar en un esquema
inteligible solo a una docta minoría

es vana pretensión el inventario del detalle
mi casa, ocho paredes de colores vivos
donde mis hijos jugaron a ser padres
y mis abuelos a pasar inadvertidos
hoy es apenas una rígida estructura
y mañana, si acaso, será nomenclatura

renuncio desde ahora a conocerte
ya no serás más juana, matilde, melibea
no habrá besos, engaños ni suspiros
ya nos seré más yo, no habrá barba
ni uñas, ni estos preciados anteojos
seremos hombre y mujer

abismos los dos

 

 

 

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ

είναι μάταιη φιλοδοξία η απογραφή των λεπτομερειών
η γνώση δραπετεύει από την μοναδικότητα
οι θεοί συγχωνεύονται σε ένα
ενώ ο θεός της σάρκας και του οστού
με ένα χοροπηδητό του μυαλού του
κατασκευάζει ένα νέο σύμπαν

η γνώση δραπετεύει από την μοναδικότητα
το σύμπαν, κάποτε αστέρια και πλανήτες
που κατοικούνταν από εκατομμύρια οργανισμούς
έφτασε να τελειώνει σ’ ένα σχεδιάγραμμα
κατανοητό μόνο σε μια μορφωμένη μειονότητα

είναι μάταιη φιλοδοξία η απογραφή των λεπτομερειών
το σπίτι μου, οκτώ τοίχοι με ζωηρά χρώματα
όπου τα παιδιά μου έπαιζαν τους γονείς
και οι παππούδες μου να «φύγουνε» απαρατήρητοι
σήμερα είναι μετά βίας μια άκαμπτη δομή
και αύριο, το πολύ, θα είναι ονοματολογία

παραιτούμαι από τώρα από το να σε γνωρίσω
δεν θα είσαι πια Χουάνα, Ματθίλδη, Μελιβοία
δεν θα υπάρχουν φιλιά, απιστίες ούτε στεναγμοί
θα είμαστε περισσότερο εγώ, δεν θα υπάρχει γενειάδα
ούτε νύχια ούτε αυτά τα πολύτιμα ματογυάλια
θα είμαστε άνδρας και γυναίκα

χάσματα κι οι δύο

 

 

NELSON ROMERO GUZMÁN
(Ataco, Tolima, 1962)

FOTO │©Jorge Mario Munera

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

MUTANTES

Mi hija duerme, está soñando que yo escribo.

Es todo un suceso. Va por una explanada

Y dobla espigas con sus manos.

Las palabras que escribo se me esparcen en la hoja

Como si igual fueran dobladas por el viento o por una mano.

Voy por la mitad del poema, mientras ella camina por la mitad del sembrado.

Ocurre que, a los ojos de mi hija en el sueño, desaparecen los surcos,

Mientras tanto yo borro un párrafo de versos largos.

Ella sueña y yo escribo.

Yo escribo lo que ella sueña.

Ella sueña lo que yo escribo, o algo así.

Es todo un suceso.

En el sueño ella me ve sentado sobre la hierba

Con mis manos ocupadas sacudiendo espigas

Y decide no distraerme.

De repente, la imagen de mi hija se me aparece en el poema

Cruzando frente a mí, como un reflejo, mas no levanto la cabeza.

Hija, despierta, que mi poema ya casi acaba,

La ventana de mi cuarto empieza a iluminarse,

El día ruge como un animal enjaulado

Tumbando la puerta para echarse a andar,

Hasta que por fin despierta y me dice:

—Gracias, padre, por tu poema logrado,

Yo le respondo:

—Gracias, hija, por tu sueño perfecto.

 

 

 

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΙ

Η κόρη μου κοιμάται, ονειρεύεται ότι εγώ γράφω.

Πρόκειται για μεγάλο γεγονός. Περνά από ένα ξέφωτο

Και λυγίζει στάχυα με τα χέρια της.

Οι λέξεις που γράφω μου είναι διάσπαρτες στο φύλλο

Σαν να ήταν λυγισμένες από τον άνεμο ή από ένα χέρι.

Περνάω μέσα από το ποίημα, ενώ εκείνη περπατά μέσα από τον αγρό.

Συμβαίνει, στα μάτια της κόρης μου στο όνειρο, να εξαφανίζονται τ’ αυλάκια,

Στο μεταξύ ομοίως διαγράφω μια παράγραφο μεγάλων στίχων.

Εκείνη ονειρεύεται κι εγώ γράφω.

Γράφω ό, τι εκείνη ονειρεύεται.

Ονειρεύεται αυτό που γράφω ή κάτι τέτοιο.

Πρόκειται για μεγάλο γεγονός.

Στο όνειρο με βλέπει να κάθομαι στο χορτάρι

Με τα πολυάσχολα χέρια μου σείοντας στάχυα

Και αποφασίζει να μην μου αποσπάσει την προσοχή.

Ξαφνικά, η εικόνα της κόρης μου μου εμφανίζεται στο ποίημα

Περνώντας μπροστά μου, σαν μια αντανάκλαση, μα δεν σηκώνω το κεφάλι μου.

Κόρη, ξύπνα, το ποίημά μου σχεδόν τελειώνει,

Το παράθυρο του δωματίου μου αρχίζει να φωτίζει,

Η μέρα βρυχάται σαν ζώο στο κλουβί

Γκρεμίζοντας την πόρτα για να ξεκινήσει να περπατά,

Μέχρι που τελικά ξυπνά και μου λέει:

—Ευχαριστώ, πατέρα, για το ολοκληρωμένο ποίημά σου,

Εγώ απαντώ:

—Ευχαριστώ, κόρη, για το τέλειο όνειρό σου.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 4, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2018

 

 

 

 

LECCIÓN DE CULINARIA

Este ha sido el infierno para una mujer: pelar una cebolla. Las hojas en las manos se multiplican delgadísimas. Hijos, en el corazón de la cebolla está Dios, decía mi madre para darse consuelo y consolarnos. Ella no hacía uso del cuchillo, pues temía herirle el corazón a Dios. Por tanto, el hambre en la casa era la eternidad. Mi madre no veía la hora en que un ángel aleteara entre sus manos, por el momento de esa carne comeríamos. Tiempos en que los ángeles, nuestros guardianes, se transformaban bondadosamente en aves de corral. Pero los tiempos cambian y eso ya no ocurre, así que un día las cosas empeoraron: nos volvimos transparentes como las mismas hojas de la cebolla. Fue hermoso, porque a través de mi hermano veía a mi madre en el punto más lejano del universo pelando sin descanso esa maldita cebolla. Hasta que llegó al punto oculto del centro donde están las regiones superiores. Pero por desgracia, Dios había salido un rato del centro de la cebolla. Pobre sirvienta de Dios, mi madre, en los misterios de la cocina. Lo cierto es que nunca pudimos comer en el Reino. Yo no sabía que mi madre de tanto pelar cebollas se había convertido en una envoltura de cielos transparentes; algo así como un cielo dentro de otro cielo, y éste dentro de otro. Recuerdo que no comimos, pero tampoco vimos a Dios. Ahora entiendo que la demasiada religión es la peor de las culinarias. Por fin quiero vengarme de todo esto derribando el Araboth, árbol del cielo.

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

Αυτή ήταν η κόλαση για μια γυναίκα: να ξεφλουδίζει ένα κρεμμύδι. Τα φύλλα στα χέρια πολλαπλασιάζονται λεπτότατα. Παιδιά, στην καρδιά του κρεμμυδιού είναι ο Θεός, έλεγε η μητέρα μου για να παρηγορηθεί και να μας παρηγορήσει. Δεν χρησιμοποιούσε το μαχαίρι, επειδή φοβόταν μην πληγώσει την καρδιά του Θεού. Έτσι, η πείνα στο σπίτι ήταν η αιωνιότητα. Η μητέρα μου δεν έβλεπε την ώρα που ένας άγγελος θα φτερούγιζε στα χέρια της, για τη στιγμή που θα τρώγαμε εκείνο το κρέας. Καιροί που οι άγγελοι, οι φύλακές μας, μετατρέπονταν ευγενικά σε πουλερικά. Αλλά οι χρόνοι αλλάζουν και αυτό δεν συμβαίνει πια, έτσι που μια μέρα τα πράγματα έγιναν χειρότερα: γίναμε διαφανείς σαν τα ίδια τα φύλλα του κρεμμυδιού. Ήταν ωραία, γιατί μέσα από τον αδελφό μου έβλεπα τη μητέρα μου στο απώτατο σημείο του σύμπαντος να ξεφλουδίζει το καταραμένο κρεμμύδι χωρίς ανάπαυση. Μέχρι που έφτασε στο κρυφό κεντρικό σημείο όπου βρίσκονται οι ανώτερες περιοχές. Αλλά, δυστυχώς, ο Θεός είχε φύγει για λίγο από το κέντρο του κρεμμυδιού. Φτωχός υπηρέτης του Θεού, η μητέρα μου, στα μυστήρια της κουζίνας. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπορέσαμε να φάμε στο Βασίλειο. Δεν ήξερα ότι η μητέρα μου από το τόσο ξεφλούδισμα των κρεμμυδιών είχε μετατραπεί σε ένα περίβλημα διάφανων ουρανών∙ κάτι σαν ένας ουρανός μέσα σε έναν άλλο ουρανό, κι αυτός μέσα σε έναν άλλο. Θυμάμαι ότι δεν φάγαμε, αλλά ούτε είδαμε και τον Θεό. Τώρα καταλαβαίνω ότι η υπερβολική θρησκεία είναι η χειρότερη μαγειρική. Τέλος, θέλω να πάρω εκδίκηση για όλα αυτά καταστρέφοντας το Araboth, δέντρο του ουρανού.

 

Más textos en el siguiente enlace de ERATO ARS POETICA

 

⊂Ο⊃

CARLOS CASTILLO QUINTERO
(Miraflores, Boyacá, 1966)

FOTO │©Claudia R. Niño

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

OCTAEDRO 

I

Quisiera hallarle utilidad,

un destino, a mi mano sin ti.

 

II

Y el amor que se hunde, se asfixia, se muere

en el gélido mar de la ausencia,

su cadáver

¿Sirve para alimentar a los peces?

 

III

La música va por la habitación, se desliza,

a palos de ciego te busca y regresa,

triste, sola,

la música…

 

IV

Voluptuosa, abierta a la piel que acecha,

ebria, con una luna nueva en el pecho,

bella e inútil

esta noche en la que no estás.

 

V

¿Qué caminos has ido a recorrer

de los trazados en las líneas de tu mano?

 

VI

Quizá otro deambule por el macramé pétreo de la casa,

y tropiece, sin hilo, sin brújula,

sin atreverse a consultar el mapa del cielo.

Quizá también huya del espejo y se crea,

como yo,

único dueño de tu laberinto.

 

VII

Y si una tarde en un cruce de caminos,

en una calle alguien te roza.

Y si ese roce casual te detiene,

si te miran y miras,

si naufragas en esa mirada…

¿A dónde mi ruta?

 

VIII

No interesa ya, la extensión del paraíso.

 

 

 

ΟΚΤΑΕΔΡΟ

Ι

Θα ήθελα να το βρω χρήσιμο,

ένα πεπρωμένο, στο χέρι μου χωρίς εσένα.

 

ΙΙ

Και η αγάπη που βυθίζεται, ασφυκτιά, πεθαίνει

στην παγωμένη θάλασσα της απουσίας-

το πτώμα της

χρησιμεύει για να θρέψει τα ψάρια;

 

III

Η μουσική περνά μέσα από το δωμάτιο, γλιστρά,

στα τυφλά σε ζητά κι επιστρέφει,

λυπημένη, μόνη

η μουσική…

 

IV

Ηδονική, ανοιχτή στο δέρμα που προσδοκά,

μεθυσμένη, με ένα νέο φεγγάρι στο στήθος,

όμορφο και άχρηστο,

αυτή η νύχτα στην οποία δεν είσαι.

 

V

Τι μονοπάτια πήγες να ταξιδέψεις

απ’ τις διαδρομές στις γραμμές του χεριού σου;

 

VI

Ίσως κάποιος άλλος περιπλανιέται στο πέτρινο μακραμέ του σπιτιού,

και σκοντάφτει, χωρίς νήμα, χωρίς πυξίδα,

χωρίς να τολμά να συμβουλευτεί τον χάρτη του ουρανού.

Ίσως συνάμα να αποφεύγει τον καθρέφτη και να θεωρεί τον εαυτό του,

όπως εγώ,

μόνο ιδιοκτήτη του λαβυρίνθου σου.

 

VII

Κι αν ένα απόγευμα σ’ ένα σταυροδρόμι,

σ’ έναν δρόμο κάποιος σ’ αγγίξει.

Κι αν αυτή η τυχαία επαφή σε σταματήσει,

αν σε κοιτάξουν και κοιτάξεις,

αν βυθιστείς σε αυτό το βλέμμα …

Για πού είναι η διαδρομή μου;

 

VIII

Δεν ελκύει πια, η επέκταση του παραδείσου.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 5, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2017

 

 

 

 

AMÉN

Para Diana Alejandra

Lo busqué en los libros sagrados.

Pregunté por ÉL a quienes habían dedicado su vida a servirle.

Fui al templo, me hinqué ante la imagen del Cristo

y recé la oración indicada.

Fui a la mezquita.

Visité edificios descostrados, garajes multicolores,

bulevares y tiendas decoradas con ángeles de marfil

en donde se comerciaba con SU nombre,

pero en ninguno de aquellos lugares le hallé.

 

Vacío —cómplice de fraude—

recorrí el lado oscuro

fui hasta el monte de Sísifo,

una y otra vez,

sin reunir el valor que exige el abismo.

 

Cuando ya había cesado mi búsqueda,

y los días de mi vida eran pasto de la desesperanza

llegaste tú,

con tu sonrisa que es igual a mil soles

con ese lunar que circunda tus labios y te hace dueña de todo

con tu cabellera que guarda el negro más puro de la noche

con tu espalda que es un calco de la constelación de Orión y en donde habitan murciélagos y otros seres celestes

con tus ojos que exigen un nuevo nombre para la belleza

con tu cuerpo, árbol de canela que no le pide permiso a la felicidad.

 

Llegaste tú,

y me enseñaste SU rostro.

 

 

 

ΑΜΗΝ

Για την Ντιάνα Αλεξάνδρα

Τον αναζήτησα στα ιερά βιβλία.

Ρώτησα για ΕΚΕΙΝΟΝ όσους είχαν αφιερώσει τη ζωή τους για να τον υπηρετήσουν.

Πήγα στο ναό, γονάτισα μπροστά στην εικόνα του Χριστού

και προσευχήθηκα την ενδεδειγμένη προσευχή.

Πήγα στο τζαμί.

Επισκέφτηκα αποφλοιωμένα κτίρια, πολύχρωμα γκαράζ,

λεωφόρους και καταστήματα διακοσμημένα μ’αγγέλους φιλντισένιους

όπου εμπορευόντουσαν το όνομά ΤΟΥ,

μα σε κανένα από αυτά τα μέρη δεν τον βρήκα.

 

Κενός —απάτης συνεργός—

διάνυσα τη σκοτεινή πλευρά

πήγα μέχρι το όρος του Σισύφου,

ξανά και ξανά

δίχως να συγκεντρώσω το κουράγιο που απαιτεί η άβυσσος.

 

Όταν πια η αναζήτησή μου είχε σταματήσει,

και οι μέρες της ζωής μου ήταν βοσκή της απελπισίας

ήρθες εσύ

με το χαμόγελό σου που είναι ίσο με χίλιους ήλιους

μ’ εκείνη την ελιά που περιβάλλει τα χείλη σου και σε κάνει ιδιοκτήτρια του παντός

με τα μαλλιά σου που κρατούν το πιο αγνό μαύρο της νύχτας

με την πλάτη σου που είναι αντίγραφο του αστερισμού του Ωρίωνα και όπου κατοικούν νυχτερίδες και άλλα ουράνια όντα

με τα μάτια σου που απαιτούν ένα νέο όνομα για την ομορφιά

με το σώμα σου, κανελόδεντρο που δεν ζητά άδεια στην ευτυχία.

 

Ήρθες εσύ,

και μου έδειξες το πρόσωπό ΤΟΥ.

 

 

BITÁCORA DEL FIN

Entonces el océano reveló su grandeza.
Henri Michaux

Todo en este viaje, es ajeno.

Yo, Ulises, permanezco atado al mástil de mi barco pero no escucho el canto de las sirenas. No hay sirenas, no hay barco.

Nada ha sido mío.

Las mujeres que amé y que me amaron, amor espurio que se fatiga hoy en otro lecho. En el televisor de una tienda de barrio, el Titanic naufraga otra vez.

Afuera el invierno se va y los árboles estrenan nuevas hojas. Sobre la mesa de noche permanece un libro que habla de viajes. Un cielo que no conozco se agita en esas páginas gastadas. Un pájaro azul.

Sé que tuve dos hijas que en la noche de año nuevo le daban la vuelta a la manzana cargando una maleta llena de girasoles. Sé que el viento ha extraviado sus postales. Recuerdo un patio, un triciclo, la sombra de un gato amarillo que todavía duerme a los pies de mi cama. Recuerdo el arcoíris que nacía en la olla de oro de un duende.

Nada ha sido mío.

Una anciana le reza a un judío muerto. «Los comedores de patatas» de Vincent Van Gogh interrumpen su cena y la miran con desdén. ¿Quién es esa niña que durante todos estos años ha ocultado su rostro? Quisiera rezarle a algún dios, pero ya ninguno quiere tratos conmigo.

Viví en una ciudad fría de calles inclinadas que con sus diecisiete campanarios,  durante siglos, ha esclavizado a sus fieles. Viví en un pueblo en donde en lugar de molinos había gigantes; allí, todos los domingos, el Crucificado bajaba de su madero y comía masato y galletas con los niños que salían de misa.

Recuerdo la sonrisa de mi mamá, sus manos que a diario recomponían una casa habitada por fantasmas. Recuerdo los lirios del campo que brotaban de sus dedos como si fueran maleza. El ruido de una guadaña cruza la tarde como un río y un cardumen de pequeños peces alados atraviesa mis ojos.

Nada ha sido mío.

Sé de un poeta centenario que fue olvidado por la Muerte y que transita por las calles de una ciudad que no lo reconoce. Sé de uno que se baña en las aguas oscuras del crimen y amanece limpio como un niño que va a su primer día de escuela. Sé que el poeta y el niño son el mismo.

Las ruinas de una fiesta se han anclado en mi ventana. Una guitarra. Unas voces ásperas que hablan de Nueva York. El humo púrpura de un tabaco huye de los labios de una mujer joven que entona una canción triste. Sé que ella tiene el nombre de un bebé tatuado en su vientre.

Yo, Ulises, permanezco atrapado en una habitación acosada por las termitas, paredes de alquiler en donde aguardo el fin del mundo.

 

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Τότε ο ωκεανός αποκάλυψε το μεγαλείο του.
Ανρί Μισώ

Όλα σε αυτό το ταξίδι είναι ξένα.

Εγώ, ο Οδυσσέας, παραμένω δεμένος στο κατάρτι του πλοίου μου, αλλά δεν ακούω το τραγούδι των Σειρήνων. Δεν υπάρχουν Σειρήνες, δεν υπάρχει πλοίο.

Τίποτα δεν ήταν δικό μου.

Οι γυναίκες που αγάπησα και που με αγάπησαν, ψεύτικη αγάπη που κουράζεται σήμερα σε άλλο κρεβάτι. Στην τηλεόραση ενός καταστήματος της γειτονιάς, ο Τιτανικός ναυαγεί και πάλι.

Έξω ο χειμώνας φεύγει και τα δέντρα φορούν καινούργια φύλλα. Στο κομοδίνο παραμένει ένα βιβλίο που μιλά για ταξίδια. Ένας ουρανός που δεν γνωρίζω αναδεύεται σε αυτές τις φθαρμένες σελίδες. Ένα γαλάζιο πουλί

Ξέρω ότι είχα δύο κόρες που την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τριγύριζαν στο τετράγωνο κουβαλώντας μια βαλίτσα γεμάτη ηλιοτρόπια. Ξέρω ότι ο άνεμος έχει χάσει τις ταχυδρομικές θυρίδες του. Θυμάμαι ένα αίθριο, ένα τρίκυκλο, τη σκιά ενός κίτρινου γάτου που κοιμάται ακόμα στα πόδια του κρεβατιού μου. Θυμάμαι το ουράνιο τόξο που γεννήθηκε στο χρυσό τσουκάλι ενός ξωτικού.

Τίποτα δεν ήταν δικό μου.

Μια γριά προσεύχεται σε έναν νεκρό Εβραίο. Οι «Πατατοφάγοι» του Βίνσεντ Φαν Γκογκ διακόπτουν το δείπνο τους και την κοιτάζουν με περιφρόνηση. Ποιο είναι αυτό το κορίτσι που έχει κρυμμένο το πρόσωπό του όλα αυτά τα χρόνια; Θα ήθελα να προσευχηθώ σε κάποιον θεό, αλλά κανείς πια δεν θέλει δοσοληψίες μαζί μου.

Έζησα σε μια κρύα πόλη με απότομους δρόμους που με τα δεκαεπτά καμπαναριά της, για αιώνες, έχει υποδουλώσει τους πιστούς της. Έζησα σε ένα χωριό όπου αντί για μύλους υπήρχαν γίγαντες. Εκεί, κάθε Κυριακή, ο Εσταυρωμένος κατέβαινε από το ξύλο του και έτρωγε μασάτο και μπισκότα με τα παιδιά που έφυγαν από τη λειτουργία.

Θυμάμαι το χαμόγελο της μητέρας μου, τα χέρια της που καθημερινά ανασυνέθεταν ένα σπίτι κατοικημένο από φαντάσματα. Θυμάμαι τα κρίνα της πεδιάδας που ξεφύτρωναν από τα δάχτυλά της σαν να ήταν ζιζάνια. Ο θόρυβος ενός δρεπανιού διασχίζει το απόγευμα σαν ποτάμι και ένα κοπάδι μικρών φτερωτών ψαριών διαπερνά τα μάτια μου.

Τίποτα δεν ήταν δικό μου.

Γνωρίζω έναν εκατονταετή ποιητή που ξεχάστηκε από τον Θάνατο και ταξιδεύει στους δρόμους μιας πόλης που δεν τον αναγνωρίζει. Ξέρω για κάποιον που λούζεται στα σκοτεινά νερά του εγκλήματος και αναδύεται καθαρός σαν παιδί που πηγαίνει στην πρώτη του μέρα στο σχολείο. Ξέρω ότι ο ποιητής και το παιδί είναι το ίδιο.

Τα απομεινάρια μιας γιορτής έχουν αγκυροβολήσει στο παράθυρό μου. Μια κιθάρα. Σκληρές φωνές που μιλάνε για τη Νέα Υόρκη. Ο πορφυρός καπνός ενός ταμπάκου φεύγει από τα χείλη μιας νεαρής γυναίκας που τραγουδά ένα θλιμμένο τραγούδι. Ξέρω ότι έχει τατουάζ το όνομα ενός μωρού στην κοιλιά της.

Εγώ, ο Οδυσσέας, παραμένω παγιδευμένος σε ένα δωμάτιο βασανισμένο απ’ τους τερμίτες, μισθωμένοι τοίχοι όπου περιμένω το τέλος του κόσμου.

 

Más textos en la WEB del autor

 

⊂Ο⊃

CLAUDIA R. NIÑO
(Tunja, 1966)


Foto │©Carlos Castillo Quintero

 

 A la sombra del olivo / Στη σκιά του ελαιώνα

Traducción: Stelios Karayanis
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

I

Si mi mano calculara

el peso exacto

de una gota de rocío,

calcularía también

                         el vacío

del dios muerto

infinito,

que me ha dejado sola.

 

Ι

Αν το χέρι μου μετρούσε

το ακριβές βάρος

μιας δροσοσταλίδας,

θα μετρούσε επίσης,

                        το κενό

του πεθαμένου θεού

του άπειρου

που με άφησε μόνη.

 

 

 

II

Y si espero a la noche

Y me sumerjo en ella

Y llamo al loco, al suicida,

Y grito su nombre

Y me despojo de todo

Y me entrego

Y muero en el intento

O si sólo sigo aquí, inmóvil, callada

antes del alba.

 

ΙΙ

Κι αν ελπίζω στη νύχτα

Κι αν βυθίζομαι σ’ αυτή

Και καλώ τον τρελό, ον αυτοκτόνο,

Και κραυγάζω το όνομά του

Και απαρνιέμαι  τα πάντα

Και παραδίνομαι

Και πεθαίνω στην προσπάθεια

Η ίσως μόνο συνεχίζω εδώ, ακίνητη, σιωπηλή

πριν τη χαραυγή.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 6, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2017

 

 

 

ΙΙΙ

Mato tu recuerdo

hago un anillo que selle tu ausencia

tuerzo un alambre

pinto un cuadro que se robe

el color de tus ojos

entierro todo

olvido

y vuelvo a preguntar

¿Qué es un colibrí?

 

III

Δολοφονώ την ανάμνησή σου

φτιάχνω ένα δαχτυλίδι που να σημαίνει την απουσία σου

λιμάρω ένα σύρμα

ζωγραφίζω έναν πίνακα που κλέβει

το χρώμα των ματιών σου

θάβω τα πάντα

λησμονώ

και ξαναρωτάω

Τι είναι ένα κολιμπρί;

 

Más textos en el siguiente enlace de BPoetry

 

⊂Ο⊃

OSCAR VARGAS DUARTE
(Vélez, Santander, 1971)

FOTO │©Marcela Sánchez – MARA

 

Traducción: Ana Stergiou
Μετάφραση: Άννα Στεργίου

 

LITORAL

Quédate en el litoral.
No desembarques
evita el clamor de la tierra.
No viajes al mar extenso.
Mantente ahí, inmóvil,
en ese lugar sin niebla
donde la claridad es oscura y congela.
No te atrevas,
sé fantasma.

Quédate en el litoral.
Eres tú a quien deben encontrar sin que te muevas.
A los demás la piel los migra,
el tiempo los hereda.

 

 

 

ΑΚΤΗ

Μείνε στην ακτή.
Μην αποβιβαστείς
απόφυγε την οχλοβοή της στεριάς.
Μην ταξιδέψεις στην ανοιχτή θάλασσα.
Παράμεινε εκεί, ακίνητη,
σ’ αυτό το τοπίο δίχως ομίχλη
όπου η καθαρότητα είναι σκοτεινή και παγωμένη.
Μην τολμήσεις,
γίνε φάντασμα.

Μείνε στην ακτή.
Εσύ είσαι αυτή που πρέπει να βρουν χωρίς να κινηθείς.
Τους άλλους το δέρμα τους απομακρύνει,
ο χρόνος τους διαδέχεται.

 

 

 


JUEGOS DE AZAR

Sabes que los dados están cargados a tu favor.
Sabes que jugamos al amor con las cartas marcadas.
Te quitas la ropa y sobre la cama
lo apuestas todo.

 

 

 


ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Ξέρεις ότι τα ζάρια είναι με το μέρος σου.
Ξέρεις ότι παίζουμε τον έρωτα με σημαδεμένη τράπουλα.
Βγάζεις τα ρούχα και πάνω στο κρεβάτι
τα ποντάρεις όλα.

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 7, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2017

 

 

 

CONTENIDO EXPLÍCITO

El único extremo que acepto es el de tu cama al amanecer.
Mis palabras batallan por adentrarse en tu geografía.
En tu boca un diccionario de voces puede leerse labio a labio, lentamente.
Mis ojos se pierden en la luz de tu escote, y mis pensamientos se van en imaginarte.
En vez de ojos tengo botones y te veo por el ojal sin hilo que me ata.
Tus senos, breves como un parpadeo, me hablan de ti.
Me cuentan todo.

 

 

 

ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Το μόνο ακραίο που δέχομαι είναι το κρεβάτι σου το ξημέρωμα.
Οι λέξεις μου πασχίζουν να εισχωρήσουν στη γεωγραφία σου.
Στο στόμα σου ένα λεξικό από φωνές μπορεί να αναγνωστεί στα χείλη σου, αργά.
Τα μάτια μου χάνονται στο φως από το μπούστο σου, κι οι σκέψεις μου σε φαντασιώνονται.
Αντί για μάτια έχω κουμπιά και σε βλέπω απ’ την κουμπότρυπα δίχως νήμα που με δένει.
Tα στήθη σου, φευγαλέα σαν ένα βλεφάρισμα, μου μιλούν για σένα.
Μου τα λένε όλα.

 

 

 

CAÍDA

Tu desnudez no abre puerta alguna.
Caes sin ser tú,
te levantas siendo tú misma.
Mi mano, mi voz, mis ojos,
son imaginados por tu nombre.
Te llamas sorpresa,
dentro de ti todo se sostiene,
incluso yo que vivo afuera.

 

 

 


ΠΤΩΣΗ

Η γύμνια σου δεν ανοίγει καμία πόρτα.
Πέφτεις και δεν είσαι εσύ,
σηκώνεσαι κι είσαι ο εαυτός σου.
Το χέρι μου, η φωνή μου, τα μάτια μου,
είναι επινόηση του ονόματός σου.
Λέγεσαι έκπληξη,
μέσα σου όλα συντηρούνται,
ακόμα κι εγώ που ζω απ’ έξω.

 

 

 


PRISIONEROS

Deambulas por las estanterías de la biblioteca hasta que te detienes en un libro de Octavio Paz.
Lees: «Si el hombre es polvo esos que andan por el llano son hombres».
Cuando hablas de poesía, te gusta jugar.
Dices: «Si la mujer es poema, esos libros están llenos de mujeres. El papel atrapa a quienes lo habitan».
Ahora caminas, en silencio, como si estuvieras recorriendo los pasadizos de una cárcel.

 

 

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ

Περιφέρεσαι στα ράφια της βιβλιοθήκης ώσπου σταματάς σε ένα βιβλίο του Οκτάβιο Παθ.
Διαβάζεις: «Αν ο άντρας είναι σκόνη αυτοί που βαδίζουν κατά τον κάμπο είναι άντρες».
Όταν μιλάς για ποίηση, σ’ αρέσει να παίζεις.
Λες: «Αν η γυναίκα είναι ποίημα, αυτά τα βιβλία είναι γεμάτα γυναίκες. Το χαρτί αιχμαλωτίζει όσους το κατοικούν».
Τώρα περπατάς, σιωπηρά, λες και διασχίζεις τους διαδρόμους κάποιας φυλακής.

 

 

⊂Ο⊃

 

JUAN CARLOS ACEVEDO RAMOS
(Manizales, 1973)

FOTO │©Archivo particular

 

Traducción: Ana Stergiou
Μετάφραση: Άννα Στεργίου

 

 

TARJETA PARA UN ANIMAL PERSEGUIDO

Raúl, he venido hasta tu casa llena de leyendas y poesía pero tú no estabas. Tu corazón de mango me lleno de aliento y decidí abandonar las calles donde habito y enrutar mis pasos hasta tu casa. Un sol que moría en las estribaciones de un maizal me dio la bienvenida.

El río muere poco a poco, se va secando como un cadáver viejo bajo el calor de noviembre. Perdido entre frutas y aldeanos no hago más que llamarte.

Raúl, he tocado todas las puertas, enterré mi sombra bajo los tamarindos de todos los patios, subí a todos los árboles y sequé el sudor de todos los niños buscando en sus rostros el tuyo… y no apareces.

¿Dónde andas Raúl?

Anoche frente a tu casa, los muchachos, los Gaiteros y las altas mujeres de tu suelo te esperaron. No quise asistir a la parranda porque sabía desde siempre que no asistirías.

Yo, animal urbano y paranoico te esperé junto al cocotero, pero no llegaste.

Solo tus limpios cuchillos se aproximan. Me voy con tu silencio.

                                                                                                         

 

 

ΚΑΡΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΜΕΝΟ ΖΩΟ

Ραούλ, ήρθα ως το σπίτι σου γεμάτο με θρύλους και ποίηση, αλλά εσύ δεν ήσουν. Η καρδιά σου από μάνγκο με γέμισε με κουράγιο κι αποφάσισα να εγκαταλείψω τους δρόμους όπου μένω και να κατευθύνω τα βήματά μου ως το σπίτι σου. Ένας ήλιος που πέθαινε στα αντερείσματα ενός καλαμποχώραφου με καλωσόρισε.

Ο ποταμός πεθαίνει σιγά-σιγά, ξεραίνεται σαν ένα παλιό πτώμα κάτω απ’ τη ζέστη του Νοέμβρη. Χαμένος ανάμεσα σε φρούτα και χωρικούς δεν κάνω τίποτα άλλο από το να σε φωνάζω.

Ραούλ, χτύπησα όλες τις πόρτες, έθαψα τη σκιά μου κάτω απ’ τους ταμάρινδους όλων των αυλών, ανέβηκα σ’ όλα τα δέντρα και στέγνωσα τον ιδρώτα όλων των παιδιών ψάχνοντας στα πρόσωπά τους το δικό σου … και δεν εμφανίζεσαι.

Πού είσαι Ραούλ;

Χθες το βράδυ μπροστά απ’ το σπίτι σου, τα αγόρια, οι Οργανοπαίχτες κι οι ψηλές γυναίκες της γης σου σε περίμεναν. Δεν ήθελα να παρευρεθώ στο γλέντι επειδή πάντα ήξερα ότι δεν θα παρευρισκόσουν.

Εγώ, αστικό και παρανοϊκό ζώο, σε περίμενα δίπλα στον κοκοφοίνικα, αλλά δεν έφτασες.

Μόνο τα καθαρά σου μαχαίρια πλησιάζουν. Φεύγω με τη σιωπή σου.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 8, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2005

 

 

 

LEYENDA BAJO EL OLOR DE UN PEBETERO

I

Bajo el olor agónico de un pebetero lo observo trabajar. Una canción popular vibra en la atmósfera de su taller. Las horas se pierden entre revistas de historietas y hormas y duendecillos invisibles. Mis años no suman la edad del colibrí y el letargo de febrero se hace más dulce en su compañía. El olor del cigarrillo y su voz de radio viejo me llevaban por mundos imaginarios.

Sencillo como el trigo y necesario como el pan, este hombre practica el viejo oficio de remendar nuestro calzado; el viejo e inútil oficio de prolongar nuestras huellas sobre el agua. Empeñado en borrar nuestro pasado curvó su espalda y su sombra para siempre.

 

II

Cada martes, mientras la tarde pendía de una aguja y el olor del pebetero moría sobre el cielo raso, me enseñaba el mundo mágico de los héroes de papel, abría la tapa de un baúl, que mi memoria recuerda como un cofre lleno de tesoros, y me obsequiaba una revista de aventuras.

La infancia guarda secretos que la vejez reclama.

Mis zapatos escolares, los tacones de madre y un par de botas de padre eran la excusa para adentrarme en el mundo silencioso del papel y la empresa de remendar nuestros pies este hombre la ofrecía a unos dioses que yo desconocía.

 

III

Llegó el tiempo del deshielo y nuestros caminos se cortaron. Su cuerpo jorobado se evaporó tras el limpio olor del pebetero de cobre y mis huellas sobre el agua también.

La infancia guarda secretos que la vejez reclama, y este hombre reposa entre hojas de papel descoloridas donde remienda desde siempre mis sucios zapatos de la escuela.

 

 

 

ΘΡΥΛΟΣ ΥΠΟ ΤΗ ΜΥΡΩΔΙΑ ΕΝΟΣ ΛΙΒΑΝΙΣΤΗΡΙΟΥ

Ι

Υπό την αγωνιώδη μυρωδιά ενός λιβανιστηρίου τον βλέπω να δουλεύει. Ένα λαϊκό τραγούδι δονείται στην ατμόσφαιρα του εργαστηρίου του. Οι ώρες χάνονται ανάμεσα σε κόμικς και καλοπόδια και αόρατα ξωτικά. Τα χρόνια μου δεν αθροίζουν την ηλικία του κολιμπρί κι ο λήθαργος του Φλεβάρη γίνεται πιο γλυκός στην παρέα του. Η μυρωδιά του τσιγάρου κι η φωνή του σαν παλιό ραδιόφωνο με πήγαιναν σε φανταστικούς κόσμους.

Απλό όπως το σιτάρι κι απαραίτητο όπως το ψωμί, αυτός ο άνθρωπος ασκεί το παλιό επάγγελμα της επιδιόρθωσης των υποδημάτων μας· το παλιό κι άχρηστο επάγγελμα να παρατείνει τα ίχνη μας πάνω στο νερό. Αποφασισμένος να σβήσει το παρελθόν μας λύγισε την πλάτη του και τη σκιά του για πάντα.

 

ΙΙ

Κάθε Τρίτη, ενώ το απόγευμα κρεμόταν από μια βελόνα κι η μυρωδιά του λιβανιστηρίου πέθαινε στο ύπαιθρο, μου έδειχνε τον μαγικό κόσμο των χάρτινων ηρώων, άνοιγε το καπάκι ενός σεντουκιού, που η μνήμη μου θυμάται σαν μια κασέλα γεμάτη θησαυρούς, και μου χάριζε ένα περιοδικό με περιπέτειες.

Η παιδική ηλικία διατηρεί μυστικά που τα γηρατειά διεκδικούν.

Τα σχολικά μου παπούτσια, τα τακούνια της μητέρας και μερικά ζευγάρια μπότες του πατέρα ήταν η δικαιολογία για να μπω στον σιωπηλό χάρτινο κόσμο και την εργασία να επιδιορθώνει τα πόδια μας αυτός ο άνθρωπος την πρόσφερνε σε κάποιους θεούς που εγώ αγνοούσα.

 

ΙΙΙ

Έφτασε η ώρα της αναθέρμανσης και οι δρόμοι μας κόπηκαν. Το καμπουριασμένο σώμα του εξανεμίστηκε πίσω απ’ την καθαρή μυρωδιά του χάλκινου λιβανιστηρίου και τα αποτυπώματα μου στο νερό επίσης.

Η παιδική ηλικία διατηρεί μυστικά που τα γηρατειά διεκδικούν, κι αυτός ο άνθρωπος αναπαύεται ανάμεσα σε ξεθωριασμένα φύλλα χαρτιού όπου επιδιορθώνει πάντα τα βρώμικα σχολικά μου παπούτσια.

 

 

 

RÍO DE LOS MUERTOS

En el cañón es medio día. Arde febrero y con él los sueños de atarrayas. Ya se sabe la subienda no vendrá este año. El día comenzó cuando la luz implacable del verano estremeció los tamarindos, los hombres buscaron pronto herramientas y nave. Río abajo se perdieron sus voces y sus oraciones.

Cantan, beben sirope y ríen. Sus torsos desnudos rayan entre cobrizos y ocres, y sus manos -acostumbradas a lanzar y recoger- esta vez se aventuran a herir una guitarra.

La mañana se parte. Las aguas negras y los buitres dando giros infinitos presagian un mal día para los pescadores del Cauca Medio. Ya se sabe la subienda no vendrá este año.

Esas aves y sus giros concéntricos, las aguas turbias y los cuerpos de tres hombres que hinchados y sin ojos flotan por la orilla izquierda.

Otra vez la muerte viaja por el río.

Otra vez se perdió la pesca.

 

 

 

 

ΠΟΤΑΜΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Στο φαράγγι είναι μισή μέρα. Καίει φλεβάρης και μ’ αυτόν τα όνειρα των διχτυών ψαρέματος. Είναι ήδη γνωστό ότι η εποχή που ανεβαίνουν το ποτάμι δεν θα έρθει φέτος. Η μέρα άρχισε όταν το αδυσώπητο φως του καλοκαιριού τράνταξε τους ταμαρίνδους, οι άνδρες έψαξαν αμέσως εργαλεία και πλοίο. Κατωφερής χάθηκαν οι φωνές τους κι οι προσευχές τους.

Τραγουδούν, πίνουν σιρόπι και γελούν. Οι γυμνοί κορμοί τους ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε χρώματα χαλκού και ώχρας, και τα χέρια τους – συνηθισμένα να ρίχνουν και να μαζεύουν – αυτή τη φορά τολμούν να πληγώσουν μια κιθάρα.

Το πρωί μοιράζεται. Τα μαύρα νερά κι οι γύπες κάνοντας άπειρες περιστροφές προμηνύουν μια κακή μέρα για τους ψαράδες του Μέσου Κάουκα. Είναι ήδη γνωστό ότι η εποχή που ανεβαίνουν το ποτάμι δεν θα έρθει φέτος.

Αυτά τα πουλιά κι οι ομόκεντρες περιστροφές τους, τα θολά νερά και τα σώματα τριών ανδρών που πρησμένοι και δίχως μάτια επιπλέουν στην αριστερή όχθη.

Πάλι ο θάνατος ταξιδεύει στο ποτάμι.

Πάλι χάθηκε η ψαριά.

 

 

 

 

ORACIÓN EN LOS TRIGALES

Como adentrarse en un desierto de harina para luego saciar la sed bajo la leche blanca de una cabra, este anciano hunde sus manos sobre la masa blanda. Su oficio lo realiza desde el altar de los trigales, bendice el amanecer y eleva oraciones antes de que la luz del sol acaricie el campo de trigo.

En su taller crecen los sueños de las gentes simples y por unas monedas borran amargas horas de sus rostros.

Señor de los molinos, tú que ahuyentas el hambre de nuestros hogares con el más sencillo de los alimentos y nada pides a cambio, bendigo tu oficio de panadero, hacedor de esperanzas, bendigo tu taller blanco, despensa para el hambre del tercer mundo, y escribo esta oración para tus días sin descanso.

 

 

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟΥΣ ΣΙΤΑΓΡΟΥΣ

Σαν να εισέρχεται σε μια έρημο από αλεύρι για να σβήνεις μετά τη δίψα κάτω από το λευκό γάλα μιας κατσίκας, αυτός ο γέρος βυθίζει τα χέρια του πάνω στη μαλακή ζύμη. Το επάγγελμά του το πραγματοποιεί από τον βωμό των σιταγρών, ευλογεί την αυγή κι απευθύνει προσευχές πριν το φως του ήλιου χαϊδέψει τη σιτοκαλλιέργεια.

Στο εργαστήριό του μεγαλώνουν τα όνειρα των απλών ανθρώπων και με μερικά κέρματα σβήνουν πικρές ώρες απ’ τα πρόσωπά τους.

Κύριε των μύλων, εσύ που διώχνεις την πείνα απ’ τα σπίτια μας με το πιο απλό από τα τρόφιμα και δεν ζητάς τίποτα σε αντάλλαγμα, ευλογώ το επάγγελμά σου ως αρτοποιός, κατασκευαστής ελπίδων, ευλογώ το λευκό σου εργαστήριο, κελάρι για την πείνα του τρίτου κόσμου και γράφω αυτήν την προσευχή για τις μέρες σου χωρίς ανάπαυση.

 

 

 

REVELACIÓN

Hoy

mi calendario

suma la edad de los bosques

y descubro

que la noche

es un puerto iluminado

que abandono.

 

 

 

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Σήμερα

το ημερολόγιό μου

αθροίζει την ηλικία των δασών

κι ανακαλύπτω

ότι η νύχτα

είναι ένα λιμάνι φωτισμένο

που εγκαταλείπω

 

⊂Ο⊃

 

LUCÍA ESTRADA
(Medellín, 198o)

FOTO │©Isabel Hernández

 

Traducción: Stelios Karayanis
Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

 

HÉCUBA

Que mis ojos mientan

lo que han visto

esta noche

un gran augurio:

¡oh rey!

el Cuervo

se ha posado

sobre nuestras coronas.

 

 

 

ΕΚΑΒΗ

Μακάρι να ψεύδονται τα μάτια μου

γι’ αυτό που είδαν

αυτή τη νύχτα

ένα μεγάλο οιωνό:

ω βασιλιά!

Το Κοράκι

κάθισε

πάνω στις κορώνες μας.

 

 

 

CIRCE

Es la sombra

lo que retengo

 

la belleza de alejarse

cada vez más

 

el infortunio de haber visto

muchas islas

muchos mares

como a través

de un espejo roto

 

la muerte que representas

el número de animales muertos

que representas

 

negro polvo que tus pies

han traído

hasta mi casa.

 

 

 

ΚΙΡΚΗ

Είναι η σκιά

 αυτό που κρατώ

 

η ομορφιά του να απομακρύνεσαι

κάθε φορά όλο και περισσότερο

 

η ατυχία του να έχεις δει

πολλά νησιά

πολλές θάλασσες

όπως μέσα

από έναν σπασμένο καθρέφτη

 

ο θάνατος που αντιπροσωπεύεις

ο αριθμός των νεκρών ζώων

που εκπροσωπείς

 

μαύρη στάχτη

που τα πόδια σου

έφεραν

ως το σπίτι μου.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 9, 98 x 88 cm. Óleo sobre lienzo, 2005

 

 

 

 

YOCASTA

Si preguntaras

a la Piedra

respondería con tu nombre

 

el propio corazón

es el oráculo.

 

 

 

ΙΟΚΑΣΤΗ

Αν ρωτούσες

 την πέτρα

θα σου απαντούσε με τ’ όνομά σου

 

η ίδια η καρδιά σου

είναι το θαύμα.

 

 

 

ALMA MALHER

Yo también lo prefiero.

 

Es más bella la mano

al pulsar una cuerda invisible.

Cuando duermes,

reaparecen las tres mil sombras de tus dedos

tejiendo filigranas

en el oscuro cuello del dragón.

Te miro inquieta

sin atreverme a respirar.

 

Es la hora más alta

del doble vuelo nocturno.

 

Escribo en la seda de tus párpados

mi temor de perderle,

de que huya como un gato por los techos,

de que salte y reviente la cuerda

de todas las campanas del mundo,

de que se despeñe con el sonido metálico

de un arcángel

en el centro mismo de la orquesta.

Yo también lo prefiero

cóncavo y oscuro.

La clave blanca y negra

de todo cuanto existe

se advierte

en su sinfonía de agujas.

 

 

 

ΑΛΜΑ ΜΑΛΕΡ

Εγώ επίσης το προτιμώ.

Είναι πιο όμορφο το χέρι

όταν χτυπά μια αόρατη χορδή.

Όταν κοιμάσαι,

επανεμφανίζονται οι τρεις χιλιάδες σκιές των δακτύλων σου

υφαίνοντας υδατόσημα

στο σκοτεινό τράχηλο του δράκου.

Σε κοιτάζω ανήσυχη

δίχως να τολμώ να αναπνεύσω.

Είναι η πιο μεγάλη ώρα

Της διπλής νυχτερινής πτήσης.

Γράφω στο μετάξι των βλεφάρων σου

Τον φόβο μου μήπως χαθώ,

αυτού που δραπετεύει σαν μια γάτα από τις στέγες,

αυτού που αναπηδά και θραύει το σκοινί

όλων των καμπάνων του κόσμου,

αυτού που  γκρεμίζεται με τον μεταλλικό ήχο

ενός αρχαγγέλου

μέσα στο κέντρο μιας ορχήστρας.

Εγώ επίσης το προτιμώ

κοίλο και σκοτεινό.

Το λευκό και μαύρο κλειδί

όλων όσων υπάρχουν

φαίνεται σε μια συμφωνία υδάτων.

 

 

 

 

 

CAMILLE CLAUDEL

Imaginé una cárcel,

la flor de locura

convertida en piedra

Me reconocí en desventaja,

me afilé las manos,

el cuerpo,

el vacío

y los restos de sombra

devorada por las hormigas.

En un viejo cuadro

de la estancia

mi rostro se disuelve.

 

 

 

ΚΑΜΙΛ ΚΛΟΝΤΕΛ

Φαντάστηκα μια φυλακή,

το άνθος της τρέλας

μετασχηματισμένο σε πέτρα

Αναγνωρίστηκα με μειονέκτημα,

ακόνισα τα χέρια μου,

το σώμα μου,

το κενό

και τα υπολείμματα της σκιάς

κατασπαραγμένη από τα μυρμήγκια.

Σε ένα παλιό κάδρο

του παλατιού

το πρόσωπό μου διαλύεται.

 

⊂Ο⊃

HENRY ALEXÁNDER GÓMEZ
(Bogotá, 1982)

FOTO │©Laura Castillo

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

 

LA ALBERCA

Habité por años aquel estanque perdido

en medio del patio.

Alimenté el corazón del agua, el pozo sin fondo

donde tío Jaime guardaba los peces traídos desde el río.

Fui náufrago sin cielo,

árbol sumergido en la mitad de la tormenta.

Buceé el torrente de hogueras submarinas

y, como Julio Verne,

vi el relámpago de la música adentro de un pez dormido.

Navegar era mi oficio, destejer las raíces del mar,

dibujar en cartas de navegación

las líneas turbulentas de aguas ecuatoriales.

Los bajeles, el sextante,

los peces bañados en el tiempo,

boqueando el alba hasta perecer.

Mi puerto eran las manos de mi madre lavando la ropa.

 

 

 

Η ΠΙΣΙΝΑ

Κατοίκησα εκείνη τη χαμένη πισίνα για χρόνια

στη μέση του αιθρίου.

Έθρεψα την καρδιά του νερού, το απύθμενο πηγάδι

όπου ο θείος Χάιμε φύλαγε τα ψάρια που έφερνε από το ποτάμι.

Ήμουν ναυάγιο χωρίς ουρανό,

δέντρο βυθισμένο στο μέσο της καταιγίδας.

Βυθίστηκα στο χείμαρρο των υποβρύχιων πυρκαγιών

και, όπως ο Ιούλιος Βερν,

είδα την αστραπή της μουσικής μέσα σε ένα κοιμισμένο ψάρι.

Η ιστιοπλοΐα ήταν η δουλειά μου, ξηλώνοντας τις ρίζες της

θάλασσας,

σχεδιάζοντας σε χάρτες πλοήγησης

τις ταραγμένες γραμμές των ισημερινών υδάτων.

Τα πλοία, οι εξάντες,

τα ψάρια τα λουσμένα στο χρόνο,

χάσκοντας την αυγή μέχρι να χαθεί.

Το λιμάνι μου ήταν τα χέρια της μητέρας μου που έπλενε τα

ρούχα.

 

 

 

 

©Manuel Aguirre │»Abstracto 10, 98 x 88 cm. Acuarela, 2005

 

 

 

 

 

ARQUEOLOGÍA

Enterrar una palabra,

esconder su tumba entre las piedras.

Desenterrarla después de muchos años,

quitarle la tierra endurecida,

los restos de polvo,

el óxido,

hasta que brille como una antigua reliquia.

Colocarla en medio de la página en blanco

y estudiar su antigüedad, interpretar su pasado,

descifrar el color original,

establecer su importante papel en la historia.

Incluso admirar su dignidad de estrella olvidada.

 

 

 

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Θάψε μια λέξη,

κρύψε τον τάφο της ανάμεσα στις πέτρες.

Ξέθαψέ την μετά από πολλά χρόνια,

αφαίρεσε τη σκληρυμένη γη,

τα υπολείμματα της σκόνης,

τη σκουριά,

μέχρι να λάμψει σαν ένα αρχαίο λείψανο.

Τοποθέτησέ την στο κέντρο της λευκής σελίδας

και μελέτα την αρχαιότητά της, ερμήνευσε το παρελθόν της,

αποκρυπτογράφησε το αρχικό χρώμα,

θεμελίωσε το σημαντικό ρόλο της στην ιστορία.

Επιπλέον θαύμασε την ξεχασμένη αστρική αξιοπρέπειά της.

 

Más textos en el siguiente enlace de ERATO ARS POETICA

 

 

 

*  *  *

Derechos reservados
©De los autores
©De los traductores
 

⊂Ο⊃

NOTAS BIOGRÁFICAS

DARÍO JARAMILLO AGUDELO (Santa Rosa de Osos, 1947). Ha publicado nueve libros de poemas, siete novelas, y otros volúmenes entre libros para niños, ensayos y textos sin género definido. International Writing Program, Universidad de Iowa, 1974-75. Premio Nacional de Poesía Eduardo Cote Lamus, 1977. Editor de la colección literaria de la Fundación Simón y Lola Guberek, 1983-1990. Finalista en el Premio Rómulo Gallegos, 1995 y 2003. Poeta en residencia de la Residencia de Estudiantes de Madrid, 2006. Becario de la John Simon Guggenheim Memorial Foundation, 2008-2009, Miembro correspondiente de la Academia Colombiana De la Lengua. Premio de novela José María de Pereda en 2011 y Premio de poesía Federico García Lorca en 2019.

⊂Ο⊃

OMAR ORTIZ FORERO (Bogotá, 1950). Edita y dirige desde 1987 la revista de poesía Luna Nueva. Ha publicado 13 libros de poesía de los cuales destacamos: “Las muchachas del circo”, “Diez regiones”, “Un jardín para Milena”, “El libro de las cosas”, (Premio Nacional de Poesía Universidad de Antioquia, 1995) “La luna en el espejo”, “Diario de los seres anónimos”, “Cequíagrande” y la primera edición en España de “Diario de los seres anónimos” que, ampliada y corregida, publica la editorial “La Mirada Malva” en 2015. 

⊂Ο⊃

EUGENIA SÁNCHEZ NIETO (Bogotá, 1954). Título de Filosofía, Universidad Nacional, 1987. Especialista en Administración y Planeación del Desarrollo Regional Universidad de los Andes, 1993. Dirigió el programa Página Impar de la Unión Nacional de Escritores, que se transmitió por la Radiodifusora Nacional de Colombia, (1990-1997). Libros publicados: Que venga el tiempo que nos prenda (Ulrika, 1985), Con la venia de los heliotropos (Ulrika, 1990), Las puertas de lo invisible (Centro Colombo Americano,1993), Visibles ademanes (Colección Viernes de Poesía, 2004), Dominios cruzados (Caza de Libros, 2010), Visibles ademanes – Antología (Colección Un libro por centavos, 2013), Lo inasible – Poesía reunida (Uniediciones, 2017).

⊂Ο⊃

RÓMULO BUSTOS AGUIRRE (Santa Catalina de Alejandría, 1954). Doctor en Ciencias de las religiones por la Universidad Complutense de Madrid. Magister en literatura hispanoamericana por el Instituto Caro y Cuervo. En 1993 recibe el Premio Nacional de Poesía, concedido por el Instituto Colombiana de Cultura. En 2019 recibe el Premio Nacional de Poesía del Ministerio de Cultura de Colombia.

⊂Ο⊃

HENRY BENJUMEA YEPES (Villavicencio, 1957). Licenciado en filosofía e historia. Experto en educación, cultura, y formación a distancia. Director de talleres de escritura creativa. Conferencista e investigador de temas literarios, históricos y empresariales. Escribe poesía y cuento. Fue asesor de educación y cultura del Consejo Regional de Planificación Económica y Social, Corpes Orinoquia, y de la Universidad de los Llanos. Tallerista del Ministerio de Cultura, Fundalectura, Banco de la República, y Cerlalc. Docente de las universidades Externado de Colombia, Libre, Gran Colombia, Incca, Universidad de los Llanos y Universidad de la Costa. Director del taller permanente de escritores del Meta Entreletras, entre los años 2000 y 2010. Ha publicado: Literatura Llanera / Aproximación histórica y crítica; Aproximación a la historia empresarial del Meta; Los niños también cuentan; En los ojos de un caracol (Poesía); reconstrucción (Poesía).

⊂Ο⊃

NELSON ROMERO GUZMÁN (Ataco, Tolima, 1962). Licenciado en Filosofía y Letras por la Universidad Santo Tomás y Magíster en Literatura, Universidad Tecnológica de Pereira en convenio con la Universidad del Tolima. Premio Nacional de Poesía “Fernando Mejía Mejía” por su libro Rumbos (1992; XIV Premio Nacional de Poesía por Concurso Universidad de Antioquia, por el libro Surgidos de la Luz (2000); Premio Nacional de Poesía Instituto Distrital de Cultura y Turismo de Bogotá por Obras de mampostería (2007); 56 Premio Internacional de Poesía Casa de las Américas 2015, otorgado en la Habana a su libro Bajo el brillo de la luna y Premio Nacional de Poesía Ministerio de Cultura de Colombia 2015 por su libro Música lenta

⊂Ο⊃

CARLOS CASTILLO QUINTERO (Miraflores, Boyacá, 1966). Ha publicado las novelas Peces de nieve (2018), Gente rara en el balcón (2016) y Alicia Cocaine (2016); los libros de cuento Dalila Dreaming (2015), Espiral al Sur (2013), Carroñera (2007), y Los inmortales (2000), además de cinco poemarios. Ha sido incluido en antologías y revistas literarias de Colombia, Venezuela, Argentina, México, Puerto Rico, Estados Unidos, Francia y España. Cuentos, poemas, y textos suyos sobre escritura creativa han sido traducidos al inglés, francés, italiano, griego y portugués.

⊂Ο⊃

CLAUDIA R. NIÑO (Tunja, 1966). Escritora, artista plástica y orfebre. Estudió platería en la Escuela de Artes y Oficios Santo Domingo de Bogotá. Ha sido docente de arte contemporáneo y directora de talleres de escritura creativa. Cuentos y poemas suyos se han traducido al inglés y al griego. Ha publicado en las revistas Circe (UN), Fahrenheit 451, La Tierra baldía, Poetas colombianos, BPoetry, Raíz Invertida, entre otras.

⊂Ο⊃

OSCAR VARGAS DUARTE (Vélez, Santander, 1971). Poeta y narrador. Ingeniero de sistemas egresado de la Universidad Nacional de Colombia. Ha publicado La transparencia del aire (Poesía, BPoetry Editores, 2019),el Libro de las cosas (Seshat, 2017 – Uniediciones, 2018), selección de textos de difícil clasificación en donde se amalgaman la poesía, el aforismo y el microrrelato.Incluido en Depredación, antología inusual de cuento colombiano contemporáneo (Uniediciones, Bogotá, 2018), y en Desde estos tejados, antología de poetas hispanoamericanos. Textos suyos se han publicado en la revista Puesto de combate y los portales de Letralia y Burdelianas Poetry. Egresado del Taller de Cuento “Ciudad de Bogotá”, Renata / Fundación Gilberto Alzate Avendaño, 2010. Es cofundador de la iniciativa cultural Ciclos de poesía en los bares de Bogotá.

⊂Ο⊃

JUAN CARLOS ACEVEDO RAMOS (Manizales, 1973). Poeta, historiador, cronista y divulgador cultural. Miembro de la Academia Caldense de Historia. Sus poemas hacen parte de antologías publicadas en Rumania, España, Estados Unidos, México, Perú, Uruguay, Chile y Colombia. Ha publicado los libros de poesía: Palabras en el purgatorio (1999), Palabras de la Tribu (2001), Los Amigos Arden en las Manos (2010), Historias alrededor de un fogón (2011), Noticias del tercer mundo (2010), Todos sabemos que el poeta es un fantasma (2012), Los huéspedes secretos (2014) y Correo de la noche (2018).El libro de crónicas Bitácora de ciudad(2014), el libro de historia Las letras que nos nombran. Revisión de la literatura del viejo Caldas (2017) y Una antorcha en las tinieblas / Antología de poesía de autores colombianos en el bicentenario (2019). Ha obtenido los Premios Nacionales de Poesía “Descanse en Paz la Guerra”, Casa de Poesía Silva y el VI Premio de Poesía Carlos Héctor Trejos. En 2015 fue finalista del Premio Nacional de Poesía que convoca el Ministerio de Cultura de Colombia.

⊂Ο⊃

LUCÍA ESTRADA (Medellín,1980). Ha publicado los libros de poesía Fuegos nocturnos (Medellín, 1997), Noche líquida(Coleccióndel Ministerio de Cultura, San José de Costa Rica, 2000), Maiastra (Ed. El Tambor Arlequín.Medellín, 2004), Las hijas del espino (1º Edición: Cobalto Ediciones, 2006 / 2ºEdición: Hombre Nuevo Editores, 2008), El ojo de Circe (Antología – Colección Un libro porcentavos de la Universidad Externado de Colombia, 2006), El círculo de la memoria (Selección de poemas, Lima, 2008; San José de Costa Rica, 2008),La noche en el espejo (Fundación Gilberto Alzate Avendaño, Bogotá, 2010),Cenizas de Pasolini (Editorial Pequeña Alejandría,Medellín, 2012), Cuaderno del ángel (Sílaba Editores, Medellín 2012),Continuidad del jardín / Selección personal (Colección Palabras Rodantes, Metro de Medellín-Comfama, 2014; Editorial Valparaíso, Granada, España, 2015), entre otros.

⊂Ο⊃

HENRY ALEXÁNDER GÓMEZ (Bogotá, 1982). Magister en Creación Literaria de la Universidad Central y Licenciado en Ciencias Sociales de la Universidad Distrital Francisco José de Caldas. Es director del Festival de Literatura “Ojo en la tinta”. Ha recibido diferentes distinciones, entre ellas, el Premio Nacional de Poesía Universidad Externado de Colombia, el Premio Nacional Casa de Poesía Silva y el Premio Internacional de Poesía José Verón Gormaz de España por el libro Tratado del alba (2016).

⊂Ο⊃

Las imágenes que acompañan a los poemas son del artista plástico colombiano MANUEL AGUIRRE, quien después de haber abandonado todo intento de escuela o posición formal y de esquivar obstáculos que impidieran una condición creadora, asume la pintura como una necesidad espiritual. El encuentro y desencuentro con otros artistas con quienes vive experiencias de abismo, es la fuerza que impulsa el trasegar de una carrera que no termina: desde 1982 exposiciones colectivas; salones regionales y nacionales en Tunja, Medellín, Bucaramanga y Bogotá. Con la Asociación de Artistas Plásticos y Visuales de Boyacá, exposición en el Ajuntament de Soller-Illas Balears, España; y en Santa Clara, Cuba en 2001. Muestras individuales desde 1990 en Tunja. En Medellín la exposición “JUGUETES ROTOS” en el año 2000 y en ese mismo año con la misma exposición en la Escuela de Bellas Artes de Carolina, Puerto Rico. En el año 2002 la exposición individual “PERSONAS, ANIMALES Y COSAS PARA EL CIRCO”, dentro del marco de la VI BIENAL DE TÍTERES DE PUERTO RICO. En la década de los noventas el Teatro se atraviesa en su camino y desde la experiencia plástica: la escenografía, el diseño de elementos teatrales, la ilustración de catálogos, afiches y libros; para terminar en la Actuación y Dirección Teatral. Un periplo internacional: recorrido por Centroamérica y el Caribe, participando en eventos teatrales y de la plástica en Guatemala, Puerto Rico, República Dominicana y Cuba.