EL DIAMANTE DEL DESEO- Poemas de Stavros Guirguenis

 

Foto │©Archivo particular

 

Traducción de José Antonio Moreno Jurado

 

⊂Ο⊃

 

ΑΣΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Οι ποιητές εστέτ και οι ονειροπαρμένοι αρχαιολόγοι
λεν μουσουργώντας πως η πόλη μοιάζει με ψηφιδωτό
ή μια σειρά απανωτών στρωμάτων στο χώρο και το χρόνο.
Και προφανώς υπονοείται κάτι θετικό,
η ιστορία, η τέχνη, οι άνθρωποι,
λαοί χαμένοι, κοιμητήρια, μνημεία ερειπιώδη.

Καθώς περιδιαβαίνεις
των ποιητών και των λογίων τα ονειρέματα
μπορεί και να δοθείς στην αυταπάτη.

Μα η πόλη είναι πάντα σε πορεία απώλειας,
ένα ατέρμονο, ενσυνείδητο Sein-zum-Tode.
Η πόλη είναι κουφάρι που του σπαράξανε τα σωθικά
θηρία σταλμένα από το μέλλον της,
είναι το επιστολόχαρτο, λευκό, του αγράμματου
που δεν κατάφερε να καταγράψει τη βαθιά ζωή του για το αύριο,
είναι το φως που ιριδίζει πεινασμένο
στο πανωφόρι του χορτασμένου ιδιοκτήτη του,
είναι ο Κάσσανδρος που ξέμεινε στο χρόνο ανεπιθύμητος
κρατώντας το κράνος απλωμένο,
να αντανακλά το φως βασιλεμένων ήλιων
και να μαζεύει των περαστικών τα κέρματα.

Η πόλη είναι μια χίμαιρα,
η διασταύρωση του νάνου μ’ έναν τιτάνα,
το εξάμβλωμα που ’πεσε πρόωρα
από τη μήτρα της ασχήμιας του.
Η πόλη είναι ο Νέρων που την έκαψε
και στη συνέχεια βαρέθηκε να την οικοδομήσει.
Η πόλη είναι ένα υπέρπυκνο κενό
που επικαλείται τη μετρημένη ανυπαρξία μας
για να μπορέσει να σταθεί μ’ αξιοπρέπεια
στην ύπαρξη.

⊂Ο⊃

ONTOLOGÍA URBANA

Los poetas estetas y los arqueólogos soñadores
dicen, componiendo música, que la ciudad parece un mosaico
o una serie de estratos amontonados en el espacio y el tiempo.
Y evidentemente se supone que es algo positivo,
la historia, el arte, los hombres,
pueblos perdidos, cementerios, monumentos en ruinas.

Cuando atraviesas por completo
las ensoñaciones de los poetas y los ilustrados,
es posible que te llames al engaño.

Pero la ciudad está siempre en camino de destrucción,
un interminable, consciente Sein-zum-Tode.
La ciudad es cadáver al que destrozaron las entrañas
animales enviados desde su futuro,
es el papel de carta, blanco, del analfabeto
que no consiguió inscribir su vida profunda en el mañana,
es la luz hambrienta que se irisa
en el abrigo de su propietario saciado,
es el Casandro que quedó indeseable en el tiempo,
sosteniendo el casco tendido,
reflejando la luz de soles ya puestos
y reuniendo las monedillas de los viandantes.

La ciudad es una quimera,
el cruce del enano y el titán,
la monstruosidad que cayó prematuramente
de la matriz de su fealdad.
La ciudad es el Nerón que la incendió
y se esforzó a continuación en reconstruirla.
La ciudad es un vacío densísimo
que lleva el apodo de nuestra medida inexistencia
para poder mantenerse con dignidad
en la existencia.

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Μακριά σαν τα φτερά του γερακιού η ελπίδα μου
και ο ίσκιος της καρδιάς μου άγριος
στο χώμα του ουρανού διαγράφεται.
Πολύ καιρό περιφέρομαι
τον κύκλο κάνω του κόσμου και πάλι ξανάρχομαι.
Κι όταν στέκομαι επάνω στα κάστρα,
όπου μια έπαλξη ανεβαίνει κάποτε τόσο ψηλά απ’ τις άλλες
και κρύβει τον ήλιο
σκοτεινιάζει ο χρόνος και βλέπω
τι θ’ απογίνουν οι κέδροι,
τι χαρά αποκάλυψης περιμένει το μεσημέρι
το μικρό μυστικό της αγάπης που στη ρίζα τους έθαψα.

⊂Ο⊃

EN LA TIERRA DEL CIELO

Mi esperanza, lejos como las alas del halcón,
y la sombra de mi corazón, salvaje,
está trazada en la tierra del cielo.
Durante mucho tiempo me estoy moviendo,
doy la vuelta al mundo y vengo otra vez.
Y, cuando me detengo sobre las fortalezas,
en donde una almena asciende a veces por encima de las demás
y oculta el sol,
el tiempo se oscurece y veo
en qué se volverán los cedros,
qué alegría de descubrimiento espera al mediodía
el pequeño secreto del amor que enterré en sus raíces.

 

 

 

 

ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

Η καταιγίδα παίρνει πάντα μαζί της ένα μέρος της ύπαρξής σου.
Το ταραχοποιό σου πνεύμα εμποτίζει το σύννεφο
και ξεσπά σε κάποια άλλη γη,
υπνωτίζοντας νοτερά τα φτερά των πουλιών,
δημιουργώντας σταλαγματιές πάνω σε νεόφυτα δέντρα,
κρύσταλλα στον τροχό του υαλουργού που λάμπουν.
Και περνάς άπιαστη πάνω από σύνορα
και οι λέξεις μου μάταια στήνουν ενέδρα για να σε συλλάβουν.
Ίσως σε κάποιο μοναχικό σπιτάκι στην άκρη του νου
να συναντηθούν οι έννοιες που δίνουμε στα πράγματα,
να συμφωνήσουμε τι είναι φως και τι μη φως
και τι το αστραφτερό σκοτάδι ανάμεσά τους.

⊂Ο⊃

ESPÍRITU PERTURBADOR

La tormenta siempre lleva consigo una parte de tu existencia.
Tu espíritu perturbador empapa la nube
y estalla en otra tierra cualquiera,
hipnotizando las húmedas alas de las aves,
creando gotas sobre neófitos árboles,
cristales resplandecientes en la rueda del vidriero.
Y pasas, inasible, por encima de las fronteras
y mis palabras en vano levantan emboscada para agarrarte.
Quizás en alguna casa solitaria en el extremo de la mente
se encuentren los conceptos que damos a las cosas,
quizás coincidamos en pensar qué es luz y qué no es luz
y qué la reluciente oscuridad que hay entre nosotros.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 06 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

Η ΦΥΓΗ

«Μη φεύγετε!»
Σας φώναζα την ώρα
που στο δίχτυ του ωκεανού πιασμένος
τρέμει υγρός ο αλιαετός του Σείριου.
Στάζουν οι Υάδες μελάνι βροχής
στον αρχέγονο κώδικα της νύχτας.

Μη φεύγετε!
Η ψυχή μου ακόμη δεν άναψε την ηχώ της
στις πρωινές φρυκτωρίες των βουνών
και το πνεύμα μου
δεν έδεσε το τέρας της μνήμης
στο κατάρτι του λυκαυγούς.

Μα εσείς φεύγατε.
Στα έγκατα του κέδρου πίσω απ’ αρώματα κρυμμένες,
θυμίαμα στο άγιο της ελάτου κοντάκιο,
στην παλάμη του Θεού κλωστή
που την παίρνει η αγέλη των άστρων
και κεντά
ακτινοβόλα την έλικα του γαλαξία.

Πρώτες ελπίδες, οράσεις αστραπής,
μ’ εγκαταλείψατε·
τώρα που ωρίμασα
κι η καρδιά μου δεν αντέχει
το διάφανο βάρος του κεραυνού
στο παλάτι της.

⊂Ο⊃

LA HUIDA

«¡No huyáis!»
os grité en el instante
en que atrapada en la red del océano
tiembla, húmeda, el águila marina de Sirio.
Gotean las Hiades tinta de lluvia
en el códice primitivo de la noche.

«¡No huyáis!»
Mi alma no encendió aún su estruendo
en las mañaneras señales luminosas de las montañas
y mi espíritu
no ató al monstruo del recuerdo
al mástil de la alborada.

Pero vosotros os fuisteis.
Escondidas en las profundidades del cedro tras los aromas,
incienso en el santo kontakio del abeto,
hilo en la palma de la mano de Dios
cogido el rebaño de las estrellas
y borda
radiantemente la hélice de la Vía Láctea.

Primeras esperanzas, visiones del relámpago,
me habéis abandonado;
ahora, cuando he madurado,
y mi corazón no resiste
el peso diáfano del rayo
en su palacio.

 

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως κοιτάζει ένα άλλο φως;
Ποιες νότες ανταλλάσσονται από διόδους μυστικές
σαν τη χορδή που κιθαρίζει τη μουσική του χρόνου;
Κάποτε μεγαλώνεις κι αναζητάς τα δευτερόλεπτα που ξόδεψες
χωρίς να αγοράσεις κάτι απ’ την πραμάτεια των ονείρων σου.
Κι όμως ήταν εκεί, απλωμένη σαν ερωμένη που δίνεται ολάκερη,
αλλά εσύ διαλέγεις πάντα κάτι το λιγότερο,
το μισοφέγγαρο, αντί για την πανσέληνο,
το ένα χρώμα, αντί για όλο το ουράνιο τόξο.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φεγγάρι συναντά ένα άλλο;
Ποιοι θρύλοι να ξυπνούν σαν ξεκινάει να χτυπά η καρδιά της νύχτας;
Οι δράκοι κάποτε γερνούν κι εξημερώνονται
κι εσύ ακόμη αναζητάς το κάστρο
που δεν εκπόρθησε ποτέ ο δισταγμός κι η αναβλητικότητά σου.
Κι όμως η πύλη του ήταν ανοιχτή,
κόρη ενός ματιού που διαστέλλεται ολάκερο
για να δεχτεί το αγαπημένο σχήμα εντός του.
Αλλά εσύ διαλέγεις πάντα το μισόκλειστο παράθυρο,
τη χαραμάδα αντί για τη βαθιά ρωγμή,
το σχίσιμο στο πέπλο αντί για το γυμνό κορμί του αγάλματος.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως δεν αντέχει να κοιτάζει ένα άλλο φως;
Όταν ένα βλέμμα σβήνει για να μην δει το άλλο;
Όταν το πεντάγραμμο αδειάζει από τις νότες του,
όλη αυτή η χαμένη μουσική πού να πηγαίνει;

⊂Ο⊃

LUNA LLENA

¿Qué sucede cuando una luz mira a otra luz?
¿Qué notas se intercambian por vías secretas
como la cuerda que guitarrea la música del tiempo?
A veces creces y buscas los segundos que gastaste
sin comprar nada de la mercancía de tus sueños.
Y, sin embargo, estaba allí, tendida como amante que se da por completo,
pero tú eliges siempre lo más pequeño,
lo medio luminoso, en vez de la luna llena,
un color, en vez de todo el arcoíris.

¿Qué sucede cuando una luna se encuentra con otra?
¿Qué leyendas se despiertan cuando comienza a latir el corazón de la noche?
Los dragones a veces envejecen y se amansan
y tú buscas incluso la fortaleza que jamás saquearon tu duda y tu procrastinación.
Y, sin embargo, su puerta estaba abierta,
pupila de un ojo que se dilata por completo
para aceptar la forma amada en su interior.
Pero tú eliges siempre la ventana medio cerrada,
la hendidura en vez de la grieta profunda,
el rasgón en el velo en vez del cuerpo desnudo de la estatua.

¿Qué sucede cuando una luz no resiste mirar a otra luz?
¿Qué sucede cuando una mirada se desvanece para no ver a la otra?
Cuando el pentagrama se vacía de sus notas,
¿a dónde va toda esa música perdida?

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 03 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo con hilo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

ΣΤΟΝ ΘΟΛΟ ΤΟΥΣ

Προς τη νύχτα το χέρι σου απλώνεις.
Με των δαχτύλων την άκρη ένα-ένα
μετακινείς στο θόλο τους τ’ άστρα,
αναδιατάσσοντας αρχαίους χάρτες,
παραπλανώντας αστρολάβους
και μάτια που ζητούν να βρουν
ένα νόημα κρυμμένο στο φως της αβύσσου.
Κι εγώ, ες αεί δεμένος στο πλάι σου,
αναρωτιέμαι όπως πάντα εντός μου
ποιον απ’ όλους τους ήλιους
θα διαλέξεις ν’ αφαιρέσεις απόψε
απ’ τον ουρανό.

⊂Ο⊃

EN SU BÓVEDA

A la noche extiendes tu mano.
Con la punta de los dedos, uno a uno,
trasladas las estrellas en su bóveda,
reordenando mapas antiguos
engañando astrolabios
y ojos que ansían encontrar
un sentido oculto en la luz del abismo.
Y yo, atado por siempre a tu lado,
me pregunto a mí mismo como siempre
a cuál de todos los soles
elegirás para quitarlo esta noche
del cielo.

 

 

 

 

ΣΕΠΤΟ ΤΟΠΙΟ

Σεπτό τοπίο γεμάτο στίγματα δέντρων απογυμνωμένων.
Τα συναισθήματα, σκόρπια στο έδαφος φύλλα.
Το κρύο σκεβρώνει τις λέξεις.
Ο χειμώνας ακόμη διυλίζει το αίμα μου.
Ο ήλιος μόλις που προλαβαίνει
να ματώσει μια τροχιά στον ουρανό
πριν υποκύψει στο βάρος του.
Το μάτι μου, όμως, αρκείται σ’ αυτό το λίγο και έλκεται.
Η καμπύλη της ζωής μου μια παραβολή ανοιχτή προς το φως.

⊂Ο⊃

VENERABLE LUGAR

Venerable lugar lleno de estigmas de árboles desnudos.
Las sensaciones, hojas esparcidas en el suelo.
El frío ladea las palabras.
El invierno filtra aún mi sangre.
El sol apenas alcanza
a ensangrentar una órbita en el cielo
antes de ceder a su peso.
Mi ojo, sin embargo, se basta con poco y se deja llevar.
La curva de mi vida, una parábola abierta a la luz.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 04 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017

 

 

 

 

ΕΙΚΟΣΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη είναι το κύμα όπου συναντιούνται δυο πουλιά,
αφού γυρίσανε όλο τον κόσμο αναζητώντας το ένα τ’ άλλο.
Η αγάπη είναι το αγνοημένο φύλλο
που γλίστρησε μέσα σου σε καλοκαιρινή βροχή και δεν το πρόσεξες.
Η αγάπη είναι το βουνό που υψώνεται,
για να ακούσει τη φωνή της αστραπής σου καθάρια σαν γεννιέται.
Η αγάπη είναι το σπήλαιο που κατεβαίνει ως την καρδιά σου,
για να βρει το μέταλλο που αγνοείς πως έχεις θησαυρίσει μέσα σου.
Η αγάπη είναι δυο δρόμοι που ενώνονται στη γη,
έχοντας ξεκινήσει από τα σύννεφα ή τα τάρταρα.
Η αγάπη είναι το δίχτυ που εγκλωβίζει στα σκοινιά του δυο ζωές,
μα τους παραχωρεί απέραντο τον χώρο του έρωτα.
Η αγάπη είναι η λάμψη που εγκυμονεί η νύχτα,
όταν σκορπά το αίμα του γαλαξία στα σκοτεινά σκεπάσματά της.
Η αγάπη είναι το νησί που αναδύεται,
κάθε φορά που υποχωρεί η άμπωτη της μοναξιάς.
Η αγάπη είναι το ρήγμα στο φλοιό της ύπαρξής σου,
ο μόνος σεισμός που λαχταράς να σε καταποντίσει.
Η αγάπη είναι ο λαχνός που αμφισβητεί όλες τις πιθανότητες,
γιατί στον διάλεξε η μοίρα πριν από την αρχή του χρόνου.

Η αγάπη είναι το μοναχικό κερί που τρεμοσβήνει στο τραπέζι σου
και στον καπνό του βλέπεις να σε κοιτά η μορφή που τρυφερά τη συλλογίζεσαι.
Η αγάπη είναι ο διάδρομος που ξεκινά από το πουθενά
και καταλήγει απροσδόκητα στην πόρτα του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το ακριβό ποτήρι που ίσως έσπασε,
μα το φυλάς ανάμεσα στ’ ασημικά των αναμνήσεών σου.
Η αγάπη είναι το ιχνογράφημα επάνω στα σεντόνια
από τη θέρμη σώματος που φλόγισες με τη λαχτάρα σου.
Η αγάπη είναι η στάλα που επιμένει να διαβρώνει το ταβάνι σου,
ακόμη κι όταν προσπαθείς να κλείσεις όλες τις διόδους στη βροχή.
Η αγάπη είναι η αράχνη που με πείσμα ξαναφτιάχνει τον ιστό της,
κάθε φορά που με μανία τον χαλάς στη γωνιά του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το βιβλίο που παράτησες στη μέση,
μα οι σελίδες του συνεχίζουν να γυρνούν σαν δεν κοιτάς.
Η αγάπη είναι το ρολόι που θέλεις να αγνοείς και το άφησες ξεκούρδιστο,
κι εκείνο όλο και γρηγορότερα χτυπά συντονισμένο σε μυστικούς παλμούς.
Η αγάπη είναι τα ρούχα τα ακατάστατα που δοκιμάζεις
για μια συνάντηση, που κι αν δεν γίνει, για σένα έχει ήδη εκπληρωθεί.
Η αγάπη είναι ο τρόπος που κοιτάς τα πράγματα, στο δωμάτιο ή στον κόσμο,
η απάντησή σου στο ερώτημα που αγνοείς ότι σου έχει υποβληθεί.

⊂Ο⊃

VEINTE DEFINICIONES PARA EL AMOR

El cariño es la ola en la que se encuentran dos aves,
puesto que recorrieron todo el mundo buscándose la una a la otra.
El cariño es la hoja desconocida
que se deslizó dentro de ti en una lluvia veraniega sin darte cuenta.
El cariño es la montaña que se eleva
para escuchar limpiamente la voz de tu relámpago cuando nace.
El cariño es la cueva que desciende hasta tu corazón
para encontrar el metal que no sabes que has atesorado en ti.
El cariño es dos caminos que se unen en la tierra,
tras haber partido de las nubes o del tártaro.
El cariño es la red que enreda entre sus cuerdas dos vidas
pero las abandona en el terreno infinito del amor.
El cariño es el resplandor que lleva en su seno la noche
cuando esparce la sangre de la vía láctea en sus cubiertas oscuras.
El cariño es la isla que emerge
cada vez que retrocede la marea de la soledad.
El cariño es la rotura en la corteza de tu existencia,
el único seísmo que deseas que te haga naufragar.
El cariño es la suerte que pone en duda todas las posibilidades,
porque te lo eligió el destino antes del principio del tiempo.

El cariño es la vela solitaria que se apaga con temblores en tu mesa
y en su humo ves que te mira la figura en la que tiernamente piensas.
El cariño es el corredor que parte de ningún sitio
y acaba inesperadamente en la puerta de tu habitación.
El cariño es el vaso caro que quizás se rompió
pero lo guardas en la vajilla de plata de tus recuerdos.
El cariño es el boceto sobre las sábanas
del calor del cuerpo que incendiaste con tu deseo.
El cariño es la gota que insiste en taladrar tu techo,
incluso cuando intentas cerrar todos los pasos a la lluvia.
El cariño es la araña que con obstinación vuelve a hacer su tela
cada vez que con locura la arrancas del rincón de tu cuarto.
El cariño es el libro que dejaste en el centro
pero sus páginas continúan pasando cuando no miras.
El cariño es el reloj que quieres ignorar y lo dejas sin cuerda
pero golpea cada vez más rápidamente sintonizado con latidos secretos.
El cariño es la ropa desordenada que te pruebas
para una cita que, si no se da, ya se ha realizado para ti.
El cariño es la forma de mirar las cosas, en la habitación o en el mundo,
tu respuesta a la pregunta que ignoras que te han hecho.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 02 – Almohadas / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

 

Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ

Επιτέλους έπεσες από τον ουρανό
η αναμενομένη και η μορφή σου
διάττων άγγελος, το ένδυμά σου
η σάρκα του προαιώνιου πόνου.
Σε τράβηξε ο ερμητικός σαν αίνιγμα γρανίτης των βουνών,
η ανυπομονησία του χρόνου καθώς γυρίζει φίδι μέσα στην κλεψύδρα του,
το φύλλο της πλατάνου, στοχασμός μιας αρμονίας
που διασχίζει τα νερά γαλάζιας άνοιξης.
Ο κόσμος ένα κάτοπτρο οπού ’δες τη μορφή σου
κι είπες:
«Πιο ωραία από μένα είναι μονάχα
η μελωδική φωνή του θανάτου,
καθώς διαβάζει το ποίημα της ζωής».
Πέταξαν σπίθες από έρωτα οι αστραπές
και η βοή τους διέσχισε της σιωπής το ρεύμα,
μάτωσε το σέλας που φωτίζει ερειπωμένα χωριά
και εγκαταλειμμένες ζωές ανθρώπων.
Κι εγκαταστάθηκες πια εδώ, κοντά μου,
αστροφώτιστη σάρκα των ονείρων,
ευμετάβλητη σαν φλεγόμενη σκέψη της άμμου,
στερεή σαν πλευρές νοήματος
που χαράχτηκαν μια για πάντα απαστράπτουσες
επάνω στο διαμάντι του πόθου.

⊂Ο⊃

LA ESPERADA

Caíste finalmente del cielo,
esperada, y tu figura,
ángel fugaz, tu vestido
la carne del dolor ancestral.
Te arrastró el hermético, como enigma, granito de las montañas,
la impaciencia del tiempo mientras gira como una serpiente en su clepsidra,
la hoja del plátano de sombra, pensamiento de una armonía
que escinde las aguas de la primavera azul.
El mundo, un espejo en el que viste tu figura
y dijiste:
“Sólo es más hermosa que yo
la melódica voz de la muerte,
cuando atraviesa el poema de la vida”.
Los relámpagos hicieron volar chispas de amor
y su clamor escindió la corriente del silencio,
ensangrentó el fulgor que ilumina aldeas en ruinas
y abandonadas vidas de hombres.
Y te estableciste al fin aquí, a mi lado,
carne luminosa de los sueños,
cambiante como ardiente pensamiento de la arena,
firme como lados del sentido
que, brillantes, quedaron grabados de una vez para siempre
sobre el diamante del deseo.

 

 

 

 

Ibon Herrera- Serie: Pixel / 01 – Tazas / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo /20 x 20 cm / 2017

 

 

 

Η ΣΤΕΓΗ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ

Σε μια στέγη κυριευμένη απ’ το ρυθμό του χρόνου
για καιρό κατοικεί το άγρυπνο βλέμμα μου.
Αμέτρητες φορές εκτυφλωτική την οκτάβα του ήλιου
ανάμεσα σε νέφη μελωδίας αντίκρισα
και σελήνης αμετάφραστη γλωσσολαλιά
στο ψιθύρισμα του σκότους διέκρινα.
Τον εσμό των στιγμών που φεύγουνε φωτεινές
και χάνονται μέσα στο δάσος
τον θαύμασα στα πυρωμένα μάτια των λύκων σαν άστρα.

Αν και πολλές φορές υποπτεύθηκα πως τίποτε,
ούτε το σκισμένο με κύματα χειρόγραφο της θάλασσας,
ούτε το ρεύμα που σπρώχνει τη μοίρα να βρει μιαν ακτή
θα φέρει πίσω στο Άργος τον άνακτα.
Δεν είναι μόνο ένα Αιγαίο που χωρίζει τις ηπείρους,
δεν αρκεί ένα διάτρητος τάπητας νησιών να γεφυρώσει αποστάσεις
όσων έχουνε φύγει κι έχουν αφήσει πίσω τους
κειμήλιο ξεχασμένο στο σεντούκι της λησμονιάς
τη ζωή τους.

⊂Ο⊃

LA VIVIENDA DE LOS ATRIDAS

En una vivienda dominada por el ritmo del tiempo
vive desde antiguo mi mirada vigilante.
Innumerables veces vi de frente la cegadora octava del sol
entre nubes de melodía
y distinguí el intraducible don de lenguas de la luna
en el murmullo de la oscuridad.
Admiré la multitud de instantes luminosos que se van
y se pierden por el bosque
en los ojos ardientes de los lobos como estrellas.

Aunque muchas veces sospeché que nada,
ni el manuscrito del mar rasgado de olas
ni la corriente que empuja el destino a encontrar una playa
devolverá el rey a Argos.
No es sólo un Egeo lo que divide los continentes,
no basta una alfombra perforada de islas para puentear las distancias
de cuantos se han marchado y han dejado tras ellos
un tesoro abandonado en el cofre del olvido,
sus vidas.

 

 

 

 

Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ – ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ

Επιτέλους έπεσες από τον ουρανό η αναμενομένη
και το βλέμμα σου μακρινό αγριολούλουδο,
κομμένη φλέβα της απεραντοσύνης.
Σε τράβηξε ο στιλπνός γρανίτης των βουνών,
η φωνή των κυμάτων που αντικρίζουν επιτέλους την ακτή κι αγαλλιούν,
ο πλάτανος με το αφημένο δοξάρι του ανέμου επάνω του.
Ο κόσμος ένα κάτοπτρο οπού ‘δες τη μορφή σου κι είπες:
«Πιο ωραίο από μένα είναι μόνο το δάκρυ του θανάτου,
καθώς θρηνεί την αθωότητα που ο ίδιος σκότωσε».
Ταράχτηκαν τα κρυμμένα άστρα στο βυθό
κι η λάμψη τους εμβόλισε το χρόνο,
μάτωσε το σέλας της μνήμης που φωτίζει λησμονημένα βάθη
και ποντισμένες μέσα σου ανθρώπινες ζωές.
Κι εγκαταστάθηκες πια εδώ, ανάμεσα μας,
ρόδο φωτιάς που άνθισε κάποτε στον ουρανό
και έπεσε στην σκοτεινή αυλή απρόσμενα,
το τελευταίο βράδυ της αιωνιότητας,
πριν ξεκινήσει να μετρά απ’ την αρχή,
ο έσχατος χρησμός που δεν είναι ποτέ να εκπληρωθεί.

⊂Ο⊃

LA ESPERADA – SEGUNDA ACEPCIÓN

Al fin, esperada, caíste del cielo y tu mirada,
lejana flor silvestre,
vena cortada de la infinitud.
Te atrajo el reluciente granito de los montes,
la voz de las olas que miran al fin
la costa y se regocijan,
el plátano de sombra con el arco abandonado
del viento sobre él.
El mundo, un espejo en el que viste tu figura y dijiste:
«Sólo es más hermosa que yo la lágrima de la muerte, cuando lamenta la inocencia que ella misma mató».
Los astros ocultos se agitaron en el fondo,
y sus resplandores injertaron el tiempo,
se ensangrentó el fulgor de la memoria
que ilumina profundidades olvidadas
y vidas humanas hundidas dentro de ti.
Y ya te instalaste aquí, entre nosotros,
rosa de fuego que floreció un día en el cielo
y cayó inesperadamente en el patio oscuro,
la última tarde de la eternidad,
antes de ponerse a medir, desde el principio,
el último oráculo que nunca ha de cumplirse.

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

 

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Τι χαρωπά σαν δύει στην παραλία ο ήλιος
πάνω από κεφαλές που περπατούν στα δυο τους πόδια,
πότε τραβώντας με βία τετράποδα οικιακά,
πότε μικρά αντίτυπα που ελπίζεται
πως θ’ αντικαταστήσουνε μια μέρα τους γεννήτορες
με άλλα αντίτυπα.
Και ούτω καθεξής έως δυσμών του χρόνου.

Τι θαυμαστή που είναι αυτήν την ώρα η παραλία.
Πλήρως αναπλασμένη από τους καλλιτέχνες μας,
κεκοσμημένη με επαίνους απ’ τους ποιητές μας,
ντόπιους κι επήλυδες,
αρχιτεκτονικά κι εικαστικά ευφυής, μοντέρνα,
το όραμα της πόλης για τον εαυτό της,
ο καγχασμός που κυριεύει την ασχήμια
όταν χρειάζεται να εμπνευστεί την ομορφιά.

Τι εύτακτα που βαδίζουμε όλοι εδώ εν πορεία.
Χαράζοντας το ίδιο μονοπάτι πλάι στο ταλάντεμα του ανθρώπινου αφρού
πώς καταλήγουμε καθείς σ’ άλλο σημείο!
Καθένας πιάνει και μια άλλη θέση στης ζωής το μέγα μήκος,
λίγο παράλιο τόπο στου διπλανού το στοχασμό.

Απόψε -όπως πάντα- ελπίζεται πως επιτέλους
όλα θα αποκτήσουν νόημα
όταν σκοτεινιάσει
και οι σκιές μας πάρουνε δικαιωματικά τις θέσεις μας,
αμίλητες, ακίνητες, βουβές
πλάι στη θάλασσα, την βαθιά και την ήρεμη,
τη θάλασσα την πλατιά και μεγάλη.

⊂Ο⊃

EN LA PLAYA

Qué alegría cuando el sol se pone en la playa
sobre cabezas que andan sobre sus dos piernas,
unas veces tirando con fuerza de cuadrúpedos domésticos,
otras, pequeños ejemplares que se espera
que reemplacen un día a los progenitores
con otras copias.
Y así sucesivamente hasta el fin de los tiempos.

Qué admirable es la playa en ese instante.
Remodelada completamente por nuestros artistas,
adornada con alabanzas por nuestros poetas,
lugareños y extranjeros,
ingeniosa arquitectónica y artísticamente, moderna,
la visión de la ciudad sobre sí misma,
la burla que domina la fealdad
cuando se necesita que la belleza se inspire.

Qué ordenados caminamos todos aquí en marcha.
Rayando el mismo sendero junto a la oscilación de la espuma humana
¡cómo concluimos cada uno en otro punto!
Cada cual coge un sitio distinto en la gran longitud de la vida,
un pequeño lugar playero en el pensamiento del prójimo.

Esta noche -como siempre- se espera que al fin
todo tenga sentido
cuando anochezca
y nuestras sombras cojan por derecho nuestros sitios,
silenciosas, inmóviles, mudas
junto al mar, profundo y tranquilo,
el mar ancho y grande.

 

 

 

 

*  *  *

Derechos reservados
©Stavros Guirguenis-Textos 
©José Antonio Moreno Jurado-Traducción

 

NOTA BIOGRÁFICA

Stavros Guirguenis nació en 1972. Trabaja y vive en Tesalónica. Es doctor en Filología Griega Antigua por la Universidad Aristotélica de Tesalónica. Desde 1998 hasta hoy, ha traducido 15 volúmenes de antiguos escritores griegos en las editoriales Zitros y Exandas. Entre sus traducciones sobresale especialmente el volumen comentado del Evangelio apócrifo de Tomás (Ed. Zitros, 2006). Ha editado cuatro libros de poemas: La Esperada (Ed. Vuné, 2012), Mágadis. Fuga (Ed. Romi, 2017), Sobre los sueños (Ed. Romi, 2018) y En el centro del ojo. Demonios humanos (Ed. Romi, 2018). Edita la revista cuatrimestral de ensayo y literatura Nóima y es miembro activo del equipo de redacción de la revista Erato-Ars Poetica. Sus poemas, traducciones y artículos han sido editados en revistas impresas y electrónicas. Se dedica en asiduidad a la traducción al griego de poesía extranjera. Ha publicado libros de poemas del mejicano Homero Aridjis y del fantástico escritor americano Clark Ashton Smith, y además un tomo de poemas del pueblo Tamil (kurunthokai). Ha colaborado significativamente en libros colectivos de poesía traducida. Tiene preparado para la edición un tomo sobre la poetisa americana Nora May French (1881-1907) y otro sobre el poeta americano David Patrick Barnitz (1878-1901).

⊂Ο⊃

Ο Σταύρος Γκιργκένης γεννήθηκε το 1972. Ζει και ερ¬γάζεται στη Θεσ¬σαλονίκη. Είναι διδάκτορας φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1998 έχει μετα¬φράσει 15 υπομνηματισμένους τόμους έργων της αρχαίας γραμμα¬τείας στις εκδόσεις Ζήτρος και Εξάντας. Εκδίδει με συνερ¬γάτες το δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα και είναι ενεργό μέλος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Ερατώ-Ars Poetica. Ποιήματα, μεταφράσεις και άρθρα του έχουν εκδοθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές: Η Αναμενομένη (Εκδ. Βουνέ, 2012), Μάγαδις. Φούγκα (Εκδ. Ρώμη, 2017), Περί ονείρων (Εκδ. Ρώμη, 2018), Στου ματιού το κέντρο. Ανθρώπινα δαιμόνια (Εκδ. Ρώμη, 2018). Μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα ποι¬ή¬ματα του Μεξικανού ποιητή Homero Aridjis (Εκδ. Ρώμη, 2018), ερωτικά ποιήματα των Ταμίλ (Εκδ. Ρώμη, 2018) και ποιήματα του Αμερικανού συγ-γραφέα του φανταστικού Clark Ashton Smith (Εκδ. Ρώμη, 2018). Είναι έτοιμοι προς έκδοση δύο τόμοι ποιημάτων των Αμερικανών ποιητών Nora May French (1881-1907) και David Patrick Barnitz (1878-1901).

⊂Ο⊃

Las Ilustraciones que acompañan los poemas son de la artista bogotana Ibon Herrera. Licenciada en Artes Plásticas y Visuales de la Universidad Santo Tomás. participó en el Open San Felipe 2019. Su obra Me movió el piso fue expuesta en el Museo de Arte Contemporáneo de Bogotá entre septiembre y noviembre de 2019. A expuesto en Latin Art Gallery, Praga – República Checa en 2018 y en Casa Principal, Veracruz – México en 2011, en el Centro Colombo Americano de Bucaramanga en 2013, en el Museo de Arte Universidad del Magdalena en 2013 y 2016, en la Biblioteca José Fernández de Madrid de la Universidad de Cartagena y en Luvina la esquina cultural ambas en 2017. Actualmente dirige y desarrolla un proyecto de formación con estudiantes de secundaria llamado Manos al arte. Les invitamos a visitar su WEB.

⊂Ο⊃

 

LA ÚLTIMA NOCHE DE LOS RECUERDOS – Poemas de Stelios Karayannis / Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ-Ποιήματα του Στέλιου Καραγιάννη

 

©Foto | Archivo particular

         

     Ο ποιητής ξέρει, ότι κάτω από τα ερείπια κατοικούν φαντάσματα. Μια φωνή που επιμένει, και ηχώ του έρωτα και της εκδίκησης απαντούν. Τίποτα δεν θα διαρκέσει για πάντα: η Τροία πέφτει από δόλο, για πρώτη και δεύτερη φορά ,σαν μια παρθένα που παίζει με το πεπρωμένο της. Οι στίχοι του Στέλιου Καραγιάννη απηχούν αυτή την πτώση ενώ οι Σειρήνες τραγουδούν και ανοίγουν, ευτυχισμένες τα φτερά τους, γιατί γέννησαν παιδιά που έχουν τα ίδια όμορφα και έξυπνα μάτια με τον βασιλιά της Ιθάκης.
     Ο ποιητής ξέρει, ότι οι Ολύμπιοι θεοί λησμόνησαν το όνομά του.

Κάρλος Καστίγιο Κιντέρο

⊂Ο⊃

     El poeta sabe, que bajo las ruinas habitan fantasmas. Una voz, insistente, repite un nombre y el eco del amor y el de la venganza responden. Nada se va para siempre: Troya cae en el engaño, una y otra vez, como una doncella que juega a la fatalidad. En los versos de Stelios Karayannis resuena esa caída mientras las sirenas cantan y extienden sus alas, felices, porque han parido hijos que tienen los mismos ojos bellos y sagaces del rey de Ítaca. 
     El poeta sabe, que los dioses olímpicos han olvidado su nombre. 

Carlos Castillo Quintero

⊂Ο⊃

(Traducción de José Antonio Moreno Jurado)

 

Η ΝΕΚΡΟΠΟΜΠΗ

Με τον καιρό κι η τύψη μας θεριεύει
βρίσκει ένα χώρο ιδανικό για να θραφεί
μες στου κορμιού μας το σκοτάδι το βαθύ,
που ανέκφραστο, την ηδονή γυρεύει.

Με το μελάνι, η πλήξη λιγοστεύει
αλλά δεν είναι βολετό να νικηθεί
με στίχους που έχουν ήδη προγραφεί,
που αδιάφορος ο χρόνος τούς κηδεύει.

Κι όπως το σώμα γέρνει ευλαβικά,
μες στης ψυχής το τέμενος να προσκυνήσει,
των στίχων βλέπει την νεκροπομπή να αργοπερνά

Α. τι άδοξα που η ποίηση πεθαίνει τελικά,
Κι η τύψη, πώς θεριεύει στης γραφής τη δύση,
ακούγεται σαν ένας ψίθυρος από κοντά.

 

EL SEPELIO

Con el tiempo se enfurece también nuestro
remordimiento,
encuentra un espacio ideal para instalarse
en la profunda oscuridad de nuestro cuerpo,
que, inexpresable, busca el placer.

Con la tinta, empequeñece el aburrimiento
pero no es posible vencerlo
con versos que ya fueron escritos,
que el tiempo indiferente los entierra.

Y como el cuerpo se ladea piadosamente
prosternándose en el templo del alma,
ve pasar despacio el sepelio de los versos.

Ah, al final, qué vulgarmente muere la poesía.
Y nuestro remordimiento, enfurecido en el occidente
de la escritura, se escucha como un murmullo cercano.

 

⊂Ο⊃

Η ΓΑΤΑ ΠΟΥ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΘΑ ΛΑΒΕΙ

Όταν θ’ ακούσουμε το ρόπτρο τού θανάτου,
έξω απ’ την κάμαρή μας ν’ αντηχεί ένα βράδυ,
κι αν τη ζωή δεν έχουμε προλάβει,
μην πούμε «τι ανώφελα που ζήσαμε εδώ κάτου».

Όταν θ’ ακούσουμε το ρόπτρο τού θανάτου,
στων αναμνήσεων το τελευταίο βράδυ,
στην κάμαρή μας θα ‘χει πέσει το σκοτάδι
κι η γάτα θ’ αφουγκράζεται τα βήματά του.

Η γάτα που αγαπήσαμε θα έχει καταλάβει
στο βλέμμα μας τα από καιρό γραμμένα
και θα ‘ρθει και θα μας αγγίξει μ’ ένα χάδι!

Κι ίσως να πούμε τότε «άραγε, ποιος να ‘ναι τόσο βράδυ»
το χάδι ανταποδίδοντας στη γάτα κουρασμένα,
στη γάτα, που το μήνυμα θα λάβει.

 

LA GATA QUE RECIBIRÁ EL MENSAJE

Cuando oigamos la aldaba de la muerte
resonando una noche en nuestra habitación,
aunque no hayamos tenido tiempo de vivir,
no digamos «qué inútilmente hemos vivido hasta aquí».

Cuando oigamos la aldaba de la muerte
en la última noche de los recuerdos
habrá caído la sombra en nuestra habitación
y la gata escuchará sus pasos atentamente.

La gata que amamos habrá comprendido
lo escrito desde hace tiempo en nuestra mirada
y vendrá a tocarnos con una caricia.

Quizás digamos entonces «¿quién es tan tarde?»,
devolviendo la caricia a la gata cansada,
a la gata, que recibirá el mensaje.

 

©Kristina Karayannis

 

⊂Ο⊃

ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΥΛΑΔΗΣ

Είμαι ο Ορέστης. Η ενοχή με συντρίβει.
στα κουρασμένα μάτια μου καμιά παρηγορία∙
πυκνό το χιόνι της ψυχής τη μοίρα μου ορίζει
η μισερή του Απόλλωνα η δίκαιη Ερινύα.

Στου Άργους τα βασίλεια ο θάνατος θερίζει∙
στους πύργους στα παράθυρα στα μάρμαρα τα κρύα∙
κι είναι ένα βράδυ θλιβερό κι ένα σκυλί γαυγίζει
του φονικού του ανόσιου την ιεροσυλία.

Πώς να μη φταίω Πυλάδη μου αφού το θείο φθονεί
κι αφού η δική μας Νέμεσις πληρώνεται με φόνο
μονάχος φεύγω μα έλα πίσω μου πιστό σκυλί μου εσύ.

Απ’ του Θυέστη τη γενιά ως και του Αγαμέμνονα το θρόνο
τραγούδησε ω Πυλάδη μου τη δίκαιη ενοχή,
τα δάκρυά μου σκούπισε κι απάλυνε τον πόνο.

 

ORESTES Y PÍLADES

Soy Orestes. La culpa me corroe.
No hay consuelo en mis ojos cansados.
La densa nieve del alma define mi destino,
la mísera, la justa Erinia de Apolo.

La muerte hace su cosecha en los reinos de Argos,
en las torres, en las ventanas, en los fríos mármoles.
Hace una tarde triste y ladra un perro
el sacrilegio del impío asesino.

Cómo no tengo la culpa, Pílades mío, si lo divino siente envidia,
y, puesto que nuestra Némesis se paga con muerte,
me marcho solo, pero ven detrás de mí, tú, fiel perro mío.

Desde la generación de Tieste hasta el trono de Agamenón
canta, oh Pílades mío, la justa culpabilidad,
barre mis lágrimas y calma el dolor.

 

⊂Ο⊃

ΟΙ ΜΥΘΟΓΡΑΦΟΙ

Έμενα τότε στο πιο σκοτεινό διαμέρισμα
του ποιήματος –και για να μην παρεξηγηθώ–
εννοώ το παράξενο ποίημα
που δεν έγραψα ακόμα·
τα βράδια έρχονταν απρόσμενα
οι φίλοι μου οι ταξιδεμένοι,
ανάμεσα σ’ αυτούς
κι ο Οδυσσέας.
Φορούσε πάντοτε ένα
ξεφτισμένο ένδυμα –δε σκέφτηκα ποτέ μου
το γιατί– ριχνόταν λοιπόν
απογοητευμένος
σε μια πολυθρόνα κι άρχιζε να καπνίζει
με μανία το τσιγάρο του.
Γιατί να με βασανίζεις
τις νύχτες –μου έλεγε– μ’ αυτές τις φανταστικές
ιστορίες σου,
άσε επιτέλους να ζήσω κι εγώ,
τη δική μου ζωή την αληθινή.
Όσο για μένα βέβαια, καθόλου δεν
τον άκουγα· σαν μαγεμένος του μιλούσα
για τον Τέννυσον, τον Τζόυς, τον Καβάφη.
Μη με μπερδεύεις άλλο με τους μυθογράφους –μου έλεγε–
αυτοί μου καταστρέψαν τη ζωή.

 

LOS MITÓGRAFOS

Vivía entonces en el piso más oscuro
del poema –y para que no se me malinterprete−
quiero decir del extraño poema
que aún no he escrito;
por las noches llegaban imprevisibles
mis amigos los viajeros,
entre ellos
también Odiseo.
Llevaba siempre una
Indumentaria deshilachada –no pensé jamás
en el motivo −se echaba entonces
frustrado
en un sillón y empezaba a fumar
con ansia su cigarrillo.
Por qué me atormentas
por las noches con estas historias
fantásticas tuyas −me decía−,
deja por fin que viva también
yo mi propia vida, la verdadera.
En cuanto a mí, por supuesto, no lo escuchaba
en absoluto; como hechizado le hablaba
de Tennyson, de Joyce, de Cavafis.
No me confundas más con los mitógrafos, me decía,
ellos han arruinado mi vida.

 

©Kristina Karayannis

 

⊂Ο⊃

Ο ΠΑΝΑΚΡΙΒΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ

Πόσες και πόσες φορές το συλλογίστηκα
να σταματήσω να γράφω
αλλά πώς θα μπορούσε
αυτό να συμβεί, που θα ΄πρεπε να με αναλάβει
υπεύθυνα ένας απίστευτοα πανάκριβος
και ειδικευμένος χειρούργος,
για να μου αφαιρέσει το μυαλό,
τα μούσκουλα, τα νεύρα κι αυτή την
ερωτοπαθή μου την ψυχή.
Προτιμάω λοιπόν
να ανακατεύω τα παλιά μου χειρόγραφα,
να γράφω νέα και να ξαναγράφω
ή
να τα συζητάω όλ’ αυτά μαζί με τον Ιάσονα
και με τον Οδυσσέα·
αγαπάνε λέει κι οι δυο τους
με πάθος και, καμιά φορά, με αφόρητη νοσταλγία
τις σιωπηλές γυναίκες,
τα ερωτικά λιμάνια,
τα ατέλειωτα ταξίδια και τους μαγεμένους
τόπους, ώσπου προς το τέλος
το φοβούνται, λέει, μήπως τους συντρίψει η ζωή.

 

EL CARÍSIMO CIRUJANO

Cuantas y cuantas veces pensé
dejar de escribir
pero cómo podría
suceder, ¿debería cogerme
responsablemente un cirujano
increíblemente caro y experto
para quitarme el cerebro,
los músculos, los nervios y esta
alma mía que padece de amor?
¿Prefiero entonces
mezclar mis antiguos manuscritos,
escribir algo nuevo y volverlo a escribir
o
discutir todo esto con Jasón
y con Ulises?
¿aman pues los dos
con pasión y, a veces, con nostalgia insoportable
a las mujeres silenciosas,
los puertos eróticos,
los viajes interminables y los parajes
hechizados, hasta que al final
sienten miedo, pues, de que la vida los destruya.

 

⊂Ο⊃

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ

Τόσους αιώνες μετά την Οδύσσεια κι εγώ βρισκόμουν ακόμα στην αποβάθρα και, όπως ένας αμετανόητος μυθομανής, επέμενα για να ταξιδέψω προς τη χώρα των Κιμερίων, όπου μόνο σκοτάδι, σκοτάδι και θάνατος. Ήτανε κι άλλοι πολλοί που περίμεναν με αδημονία τη βάρκα, ποιητές, αρχαιολόγοι, δημοσιογράφοι με τα σημειωματάρια και τα τσαπιά στα χέρια, ο Τειρεσίας αργούσε να φανεί κι όλοι το ξέραμε πως περνούσαν δίχως αλλαγή τα μαύρα χρόνια, ώσπου, κάποιος νέος Οδυσσέας ούρλιαξε σ’ ένα χωνί: Φωνάξτε επιτέλους την Αντίκλεια, τη μάνα μου.

Η Αντίκλεια ήρθε σε λίγο από την αντίπερα όχθη. Φορούσε μια κουρελιασμένη φούστα από αλατζά, τα χέρια της ήταν καμένα, το ίδιο και το πρόσωπό της, «να ξέρεις, γιε μου, εκεί είναι το σκοτάδι και το φως, εκεί πεθαίνει και ανασταίνεται το όνειρο» ακούστηκε να λέει μ σκληρή και αποφασιστική φωνή και κανένας δεν παραξενεύτηκε, που ‘δειχνε με το καμένο χέρι της, πέρα μακριά, μια φάμπρικα.

 

NOTAS PARA LA CANCIÓN DE LAS MULTINACIONALES

Tantos siglos después de la Odisea y me encontraba aún en el muelle y, como un mitómano impenitente, insistía en viajar a la tierra de las Quimeras en donde sólo hay oscuridad, oscuridad y muerte. Hay muchos otros que esperaban la barca con inquietud, poetas, arqueólogos, periodistas con el cuadernillo y las azadas en las manos, Tiresias tardaba en aparecer y todos sabíamos que pasarían sin cambios los negros años, hasta que un joven Ulises aulló en un embudo: Llamad por fin a Anticlea, mi madre.

Al poco, vino Anticlea desde la orilla opuesta. Vestía una desgarrada falda de algodón, sus manos estaban quemadas, como su rostro, “que sepas, hijo mío, que allí está la oscuridad y la luz, allí muere y resucita el sueño”, se le oyó decir con voz dura y firme y nadie se extrañó de que mostrase con su mano quemada, a lo lejos, una fábrica.

 

©Kristina Karayannis

 

⊂Ο⊃

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ

Στη νύχτα μου ο φόβος.
Χθες βράδυ μόλις, έγινα φονιάς σκοτώνοντας για εκδίκηση
τη θλιβερή μου μάνα. Ήτανε τόσο φοβισμένη και δειλή που έτρεμε όπως το δεντρί, την ώρα που το πελεκάει ο ξυλοκόπος.

Δεν ήθελα να ξαναδώ τη μαύρη λάμψη απ’ το μίασμα, πούχε βαθιά στα μάτια. Βύθισα με μανία το μαχαίρι μου μέσα στα στήθη τα ζεστά κι ευθύς ξεπήδησε σαν ποταμός το μολυσμένο αίμα.

Έγειρε τότε ξέπνοη επάνω στο χαλί κι απόμεινε εκειδά μια δελεαστική βορά για τα σκυλιά και τα σαγόνια του Άδη.

Μα να, που τώρα ανεβοκατεβαίνω έξαλλος μέσα στις νύχτας τις καταπακτές, προσμένοντας απ’ τους θεούς μια δροσερή βροχή να ξεπλυθώ, κάτι σαν τελική και δίκαιη εξιλέωση από το φοβερό το μίασμα του μητροκτόνου. Εμένα μ’ έμαθαν από μικρό οι συμφορές να ξεχωρίζω στη στιγμή όλους τους δίκαιους τους καθαρμούς και πότε είν’ η ώρα που αρμόζει να μιλώ και πότε να σωπαίνω. Κι αν ήμουνα ως το τέλος για όλους σας ο εκδικητής κι ο χαλαστής, ο λυτρωτής του Άργους, για μένανε ίσως να ‘τανε γραφτό να μην υπάρχει πια ησυχασμός, χαμόγελο, χαρά ούτε γαλήνη του ύπνου.

 

EL MONÓLOGO DE ORESTES

En mi noche el miedo.
Apenas ayer por la noche, me convertí en asesino matando
por venganza a mi pobre madre. Estaba tan asustada y acobardada que temblaba como el árbol cuando el jardinero lo tala.

No quisiera volver a ver el negro resplandor de la infección que tenía en el fondo de los ojos. Hundí con locura el cuchillo en sus cálidos pechos e inmediatamente brotó como río la sangre contagiada.

Se giraba entonces sin aliento sobra la alfombra y esperaba allí como seductora presa para los perros y la mandíbula de Hades.

Pero he aquí que subo y bajo como loco por las noches los
escotillones, esperando de los dioses una lluvia fresca para
lavarme, algo como una expiación perfecta y justa del temible contagio del matricidio. Me enseñaron desde pequeño las desgracias de distinguir al instante todas las purificaciones y cuándo es el momento en que conviene hablar y cuándo callar. Y si fuese hasta el final para todos vosotros el vengador, el destructor, el salvador de Argos, para mí quizás hubiese estado escrito que ya no exista tranquilidad, sonrisa, alegría ni calma en el sueño.

 

⊂Ο⊃

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΙΔΑΣ

Τα σχέδια για το πάρσιμο της πόλης δεν χρησίμευαν σε τίποτα. Κάθε τόσο σχεδόν ανατρέπονταν· θρηνήσαμε κι άλλους νεκρούς, ώσπου, στο τέλος ένα βράδυ ήσυχος ο Αγαμέμνονας το αποφάσισε κι επέστρεψε τη Χρυσηίδα.

Κείνο το ήσυχο βράδυ, λοιπόν, το εννοήσαμε κι εμείς πως η ομορφιά μια δικαιολογία ήταν κι αυτή ή ένα τέχνασμα –να μην κοπάσει ο πόλεμος, να μην τελειώσουν οι ανθρωποσφαγές, να μην παρθεί έτσι άδοξα η μισητή η Τροία.

 

LA BELLEZA DE CRISEIDA

Los planes para la toma de la ciudad no sirvieron de nada. De vez en cuando casi se trastornaban; lloraban por otros muertos hasta que, al final, una noche, Agamenón, tranquilo, decidió devolver a Casandra.

Aquella noche tranquila, además, entendimos también nosotros que la belleza era una excusa o un artilugio –para que no cesase la guerra, para que no terminasen las matanzas, para que no fuese tomada así, sin gloria, la odiosa Troya.

 

©Kristina Karayannis

 

⊂Ο⊃

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΕΝΑ ΔΕΙΛΙΝΟ

Θα ‘σαι πολύ πιο τρυφερή μέσ’ απ’ τον μύθο, Ιφιγένεια, και πιο γλυκιά απ’ όλα τα κορίτσια του παλιού καιρού. Θα ‘σαι σαν τον πολύτιμο διαμάντι που φωτίζει μόνο από μακριά, λαμπρύνοντας παντοτινά τη μοίρα μου στο γέρμα αυτού του κόσμου. Μάταια θα σε ψάχνουν οι επίγονοι, ιδρωκοπώντας στα ερείπια και στις αρχέγονες μυλόπετρες πνάκριβων ανασκαφών. Σου ‘δωσαν σένα οι καλοί θεοί τον ματωμέο κότινο της εκλογής, της νίκης και της δόξας που ποτέ δε θα δοθεί σ’ αχρείους και βαρβάρους. Γι’ αυτό τραβάς περήφανη, απόμακρη και σιωπηλή, πέρα απ’ τα χρώματα αυτού του δειλινού, μ’ ένα κλαδί βερυκοκιάς στην κεφαλή, με μια μετάξινη εσθήτα ως τους αστραγάλους.

 

MONÓLOGO DE EURÍPEDES UN ATARDECER

Serás mucho más tierna en el mito, Ifigenia, y más dulce
que todas las muchachas del tiempo antiguo. Serás como el precioso diamante que alumbra sólo de lejos, abrillantando permanentemente mi destino en la caída de este mundo. En vano te buscarán los epígonos, sudando en las ruinas y en los molinos primitivos de las carísimas excavaciones. Te dieron a ti los buenos dioses el acebuche ensangrentado de la elección, de la victoria y de la gloria que jamás se concedió a inútiles y bárbaros. Por eso vas orgullosa, lejana y silenciosa, más allá de los colores de esta tarde, con una rama de albaricoque en la cabeza, con un vestido de seda hasta los tobillos.

 

⊂Ο⊃

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΝΑ ΦΑΝΕΙ

Κάθε άγγελος
τρομερός είναι
Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Ελεγείες του Ντουίνο

Χρόνια και χρόνια τον περιμέναμε να φανεί. Κοιτάζαμε πια με ανησυχία το παρελθόν, ραβδοσκοπούσαμε το παρόν και το μέλλον μ’ αδημονία, μα τίποτα, ο άγγελος δε φαινότανε πουθενά. Όλη η ζωή μας σταματημένη, σταματημένη από καιρό, εξαντλημένη κάπως και η … από αυτό το περιφερειακό και ασήμαντο πρόσωπο, απ’ τη στιγμή της ελευθερίας μου. Φεύγουν οι μέρες κι οι μήνες σαν το νερό: Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος. Μεγάλωναν σιγά σιγά τα νύχια μας, μεγάλωναν τα γένια μας και τα μαλλιά μας. Ώσπου στο τέλος, ένα βράδυ ανοιξιάτικο, κάτι μας φάνηκε να κατεβαίνει απ’ το βουνό. Ήταν ένα ψωριάρικο και και γέρικο σκυλί που βρώμαγε από μακριά, γρυλίζοντας απαίσια, απ’ την κακοπέραση κι απ’ την κακή του μοίρα. Να ’τανε βολικό αυτό ο άγγελος που περιμέναμε, να ‘ταν αυτό η μοίρα μας ή τάχα μου κορόιδευαν οι άσπονδοι εχθροί μας;

 

EL ÁNGEL QUE ESPERÁBAMOS APARECER

Todo ángel es terrible
Rainer María Rilke
Elegías de Duino


Años y años esperábamos que apareciese. Mirábamos ya con intranquilidad el pasado, dábamos bastonazos al pasado y al futuro con inquietud, pero nada, el ángel no aparecía por ningún sitio. Toda nuestra vida detenida, detenida desde hacía tiempo, agotada y la… de ese rostro periférico e insignificante, desde el momento de mi libertad. Se van los días y los meses como el agua: septiembre, octubre, noviembre, diciembre. Crecieron poco a poco nuestras uñas, crecieron nuestras barbas y nuestros cabellos. Hasta que, al final, una noche de primavera, nos pareció que algo descendía de la montaña. Era el perro viejo con psoriasis que ensuciaba de lejos, gruñendo horriblemente, desde su mal paso y desde su mal destino. ¿Sería posible que el ángel que esperábamos fuese nuestro destino o quizás se reían de mí nuestros implacables enemigos?

 

⊂Ο⊃

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Από μακριά τότε είδα το άλογο: το άσπρο άλογο των παιδικών μου χρόνων και της νοσταλγίας μου να έρχεται σιμά μου. Πρόσεξα πως κρατούσε ένα τριαντάφυλλο ανάμεσα στα δόντια του και προχωρούσε λάμποντας από χαρά κι αγέρωχο κάτω απ’ τα δέντρα. Ακόμα και το λιόγερμα που ‘φευγε ολοπόρφυρο εκείνη τη στιγμή πάνω απ’ τα ευλογημένα στάχυα, σα να εστάθηκε κι αυτό, ίσως για να θαυμάσει. Το άλογο, όταν έφτασε σε κοντινή απόσταση, πλησίασε σιγά σιγά, απόθεσε το τρυφερό του τριαντάφυλλο στα χέρια μου κι ύστερα γύρισε απότομα και χάθηκε σαν αστραπή στον κάμπο. Έμεινα τότε ν’ απορώ και να κοιτάζω έκθαμβος μια τ’ άλογο και μια το τριαντάφυλλο μες τ’ ανοιχτά μου χέρια. Κι είναι από τότε για μένα πολύ αργά κι ίσως οδυνηρό για να εννοήσω πώς χάνουμε έτσι εύκολα την αθωότητα και την ελπίδα εμείς οι άνθρωποι για λίγη έστω τρυφερότητα κάτω απ’ τ’ αστέρια.

 

EL CABALLITO DE EDAD INFANTIL

De lejos vi entonces el caballo: el blanco caballo de mis años
infantiles y de mi nostalgia volviendo a mi lado. Me di cuenta de que sostenía una rosa entre los dientes y avanzaba radiante de alegría y arrogante bajo los árboles. Incluso al crepúsculo cuando se iba todo púrpura en aquel instante por encima de las benditas espigas, como si se detuviese quizás para admirarse. El caballo, cuando llegó a una distancia cercana, se acercó poco a poco, depositó en mis manos la tierna rosa y después se volvió de pronto y desapareció como un relámpago por el campo. Me quedé entonces perplejo y mirando estupefacto una vez al caballo y otra a la rosa en mis manos abiertas. Desde entonces es muy tarde para mí y quizás doloroso entender que perdemos tan fácilmente la inocencia y la esperanza nosotros los hombres por una ternura, aunque sea pequeña, bajo las estrellas.

 

©Kristina Karayannis

⊂Ο⊃

ΟΙ ΔΥΟ ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΕΣ

Το ξέρεις, δεν είναι ο φόβος που με τρομάζει, γύρισε κι είπε ο μικρός σχοινοβάτης στον μεγαλύτερο, εκεί ψηλά στην αιώρα κάτω απ’ το θόλο του μιούζικ-χωλ. Το ξέρω, του είπε ο άλλος ανήσυχος, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του στην κερκίδα. Τούτο το φόβο τον συνηθίσαμε πια. Το ζήτημα είναι τα λαίμαργα μάτια τους.

 

LOS DOS EQUILIBRISTAS

Lo sabes, no es el miedo lo que me asusta, vuélvete y díselo, pequeño equilibrista, al mayor, allá arriba en el aire bajo la cúpula del music-hall. Lo sé, le dijo el otro intranquilo, con la mirada clavada en el palco. Sentimos ese miedo hace tiempo. La cuestión es sus ávidos ojos.

 

⊂Ο⊃

ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ I

Μάλλον η πρόθεση
άρκεσε
για το κακό
«Αυτοψία» 
Οδυσσέας Ελύτης

Ποιος άραγε ποτέ θα μάθει γιατί με καταδίκασαν έτσι οι θεοί κι αισθάνομαι να είμαι ετούτη τη στιγμή ο μόνος βασιλιάς επί της γης και άρχοντας που τόσο ενάντια και εχθρική του στάθηκε η μοίρα. Ίσως κάποια πανάρχαια κατάρα απ’ το γένος ή απ’ τη φυλή, μα επιτέλους, τι τους ήθελα τους άχρηστους τους μάντεις απ’ τη Θήρα; Γιατί τι άλλο συμβολίζει πια αυτός ο θλιβερός δακτυλιόλιθος, που μου επέστρεψε σφυρίζοντας μισερή Ερινύα η μοίρα, εξόν από τον παγερό και θριαμβεύοντα ίσκιο του θανάτου; Τι ειρωνεία και τι καλυμμένη εχθρότητα που έκρυβε στο τέλος η ζωή, και πόσο αψήφιστα την πήρα; Ονειρευόμουν πάντοτε ο δυστυχής, ονειρευόμουν το ολέθριο χρυσάφι, τη μοναδική αγάπη μου να ρέει στα παλάτια μου ακατάπαυστα απ΄ τη Μικρά Ασία κι έβλεπα στα ενύπνια στολισμένο με αμέθυστους απ’ άκρον εις άκρον το νησί, με σάπφειρους σιντέφια και πορφύρα, και να που χύθηκε στην άμμο μια για πάντα το γλυκό κρασί και να που οι γυναίκες μας θρηνούν απαρηγόρητα για το πού στέρεψε το γάλα τους, και δε θα πάψουνε ποτές – αν δεν επέλθει κάθαρση, να δέονται στην Ήρα. Ονειρευόμουν πάντοτε ο δυστυχής, ονειρευόμουν σιωπηλή σελήνη να φωτίζει σαστισμένη και έκθαμβη τους επίγειους και ονομαστούς παραδείσους, που έφτιαχνα για να μαγεύω τους καλεσμένους μου και να φαιδρύνω μες στη νύχτα τη διάθεση σε όλη την υψηλή Γοργύρα, και να τι μου επιφύλασσε το ελάχιστο σκοτάδι της κοιλιάς ενός ψαριού: την ίδια τη θανατερή αλαζονεία μου μαλαγμένη σ’ ένα θλιβερό δαχτυλίδι της κόλασης – που στα δάχτυλα έφερα ως δώρο, ένα ψυχρό και θριαμβεύοντα ως το τέλος θάνατο σε τούτο δω τον αφιλόξενο χώρο.

 

POLÍCRATES I

Mas la intención
bastaba
para el Mal.
 «La autopsia»
Odysseas Elytis

Quién sabrá jamás por qué me condenaron así los dioses y siento que soy en este momento el único rey sobre la tierra y caudillo a quien el destino se la vuelto tan contrario y hostil. Quizás una antigua maldición de mi raza y mi linaje, pero, al final, ¿para qué quería a los inútiles adivinos de Tera? Porque ¿qué otra cosa simboliza este triste anillo de piedra que me devolvió silbando la desgraciada Erinia, el destino, sino la helada y triunfal sombra de la muerte? ¡Qué ironía y qué enemistad oculta guardaba al final la vida, y que a la ligera la tomé!

Soñaba siempre, desgraciado, soñaba con el funesto oro, mi único amor corriendo por mis palacios sin cesar desde el Asia Menor y veía en ensueños la isla adornada de amatistas de extremo a extremo, con zafiros, nácares y púrpuras, y he aquí que se derramó en la arena para siempre el dulce vino y las mujeres nos lloran inconsolablemente hasta secarse su leche, y no cesarán jamás, si no sobreviene la purificación, de temer a Hera. Soñaba siempre, desgraciado, soñaba que la silenciosa luna iluminase satisfecha y estupefacta los terrenales y famosos paraísos que creé para encantar a mis invitados y alegrar por la noche la disposición en toda la alta Goryira, y he aquí que me protegió la sombra pequeñísima del vientre de un pez: mi misma arrogancia mortal ablandada en un triste anillo del infierno, que llevé en los dedos como regalo, una muerte fría y triunfante hasta el final en este espacio de aquí inhospitalario.

 

 

©Kristina Karayannis

 

⊂Ο⊃

ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ II

Δεν ξέρω πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα
κι αν έγιναν καταπώς τα αφηγείται
και τα ιστορεί ο θείος Ηρόδοτος-
πάντως στο βάθος φοβόμουν, γιατί
όπου και να κινούσα το στρατό, όλα
μου πήγαιναν καλά και κατ’ ευχήν,
που λένε.
Χίλιες φορές μ’ ευνόησαν οι μοίρες και
μ’ αρνήθηκαν οι συμφορές κι ίσως
αυτό να ήταν που δεν άρεσε στον Άμαση,
τον εκλεχτό μου σύμμαχο
και φίλο, έπιασε το λοιπόν κι
εσύναξε και μου ‘στειλε σ’ ένα χαρτί
από πάπυρο ακριβό μια τελευταία
κι ολιγόλογη επιστολή όπου ανεξήγητα
μου έλεγε πως κάπου εδώ τελειώνει κι
η μεγάλη μας φιλία.
Ανεξήγητο, ανεξήγητο έλεγα και
χειρονομούσα ανήσυχος, εκείνο το εξαίσιο
ανοιξιάτικο απόγευμα, λίγο μετά την
καθημερινή μου επιθεώρηση στους
θησαυρούς, χωρίς να ξέρω βέβαια πως
ο Οροίτης σχεδίαζε το θάνατό μου
από μακριά, την ώρα που με λόγια
περιπαιχτικά τον πλήγωνε και τον
ανέδειξε στον κήπο του, την
κραταιά μου δόξα διηγούμενος,
αυτός ο άθλιος, ο Πέρσης Μητροβάτης.

 

POLÍCRATES II

No sé cómo sucedieron así las cosas
y si fueron como las narra
y las cuenta el divino Heródoto–
siempre sentía miedo en el fondo, porque,
a donde moviese el ejército, todo
me salía bien y a mi deseo,
como dicen.
Muchas veces me fueron favorables las Moiras y
las desgracias no me tocaron y quizás
eso sería lo que no le gustó a Ámasis,
mi selecto aliado
y amigo, se puso entonces
a reunirlo todo y me envió en un papel
de caro papiro una última
y concisa carta en la que inexplicablemente
me decía que aquí terminaba también
nuestra gran amistad.
Inexplicable, inexplicable, decía yo y
gesticulaba intranquilo, aquella estupenda
tarde primaveral, poco después
de mi diaria inspección a los tesoros,
sin saber con seguridad que
Oroitis planeaba mi muerte
en la distancia, en el momento en que
con palabras burlonas lo hería y lo
mostraba en su jardín, contándole mi poderosa
gloria este estúpido persa Mitrovatis.

 

*  *  *

Derechos reservados
©Stelios Karayannis (poemas)
©José Antonio Moreno Jurado (traducción)

 

NOTA BIOGRÁFICA

Isla de Samos, Grecia, 1956. Poeta, ensayista, traductor, y doctor en filosofía moderna por la Universidad de Yoanina con su tesis La crisis de la modernidad: cultura, tecnología y razón histórica en José Ortega y Gasset. También es doctor por la Universidad de Granada con su tesis La evasión de Dédalo. Teoría y usos poéticos de la metáfora en José Ortega y Gasset, Juan Ramón Jiménez y Yorgos Seferis. En 1992 obtuvo el Premio de Poesía Nikiforos Vretakos del Ayuntamiento de Atenas. Sus poemas se han traducido en inglés, alemán y castellano. Algunos de sus ensayos se han editado en revistas como El fingidor, Estudios Orteguianos, Diálogo filosófico, etc. Ha traducido doce libros de literatura infantil española, dos obras teatrales, poemas de Jorge Luis Borges, Álvaro Mutis, Juan Ramón Jiménez, Francisco de Quevedo y de muchos poetas andaluces contemporáneos. En septiembre del presente año (2019), se publicó en Sevilla, España, un libro suyo de poesía en prosa traducido por el poeta y helenista José Antonio Moreno Jurado.

Es consejero en el Ministerio de Educación Griego e imparte clases de Literatura Española Moderna en la Universidad Abierta de Grecia. También es miembro de la Asociación de Hispanistas Griegos, del Pen Club, de la Asociación Nacional de Escritores Griegos y Académico Correspondiente en Atenas de la Academia de Buenas Letras de Granada.

En la actualidad dirige la revista Erato, Ars Poetica, Revista Internacional de Poesía que se publica bilingüe por las Ediciones Romi cada quatrimestre.

⊂Ο⊃

Las imágenes que acompañan a los poemas son de la artista plástica griega Kristina Karayannis.

⊂Ο⊃