CANÍCULA 1 -Especial Antología de Poetas Colombianos (español/griego)

 

Canícula
Antología bilingüe de poetas colombianos contemporáneos
(Español / Griego)
Erato
Burdelianas Poetry

 

⊂Ο⊃

 

OMAR ORTÍZ FORERO
(Bogotá, 1950)

FOTO │©Marcela Sánchez – MARA

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

ALBATROS

Frente a la ventana, el viejo 

marinero

Sueña las ballenas que navegan por su alma

Y que su ojo feroz no arponeó.

Su corazón es de verdad un único

Cementerio marino. No el del poema,

El que viaja en esa pequeña ola

Que rueda lentamente por su mejilla.

 

 

 

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Μπροστά από το παράθυρο, ο παλιός ναύτης

Ονειρεύεται τις φάλαινες που διαπλέουν την ψυχή του

Και που το άγριο μάτι του δεν καμάκωσε.

Η καρδιά του είναι πραγματικά ένα μοναδικό

Ναυτικό νεκροταφείο. Όχι αυτό του ποιήματος,

Κείνο που ταξιδεύει σε τούτο το μικρό κύμα

που κυλά αργά στο μάγουλο του.

 

 

 

THE MET │ Antefix, head of Medusa 4th century BC / Greek, South Italian

 

 

 

NOCTURNO

Aquí está la memoria,

En estos libros, testigos mudos

De su blanca piel de luna, está escrita su historia.

Hay que mirar por las hendijas, donde su sombra,

A esta hora se desnuda. Nunca se piensa

Que la perfumada sábana del amor, sea la mortaja.

Mi corazón arrastra un barrilete, como un niño

Que suspende su vida en la levedad de una pluma.

Ahora, cuando la noche es más espesa

Alguien arrastra el cadáver de una alondra.

 

 

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Εδώ είναι η μνήμη,

Σ’ αυτά τα βιβλία, σιωπηλούς μάρτυρες

του λευκού της δέρματος από φεγγάρι, είναι γραμμένη η ιστορία της.

Πρέπει να ψάξεις για τις ρωγμές, όπου η σκιά της,

αυτή τη στιγμή ξεγυμνώνεται. Ποτέ δεν φαντάζεσαι

ότι το αρωματισμένο σεντόνι της αγάπης είναι το σάβανο.

Η καρδιά μου σέρνει ένα χαρταετό, σαν παιδί

που εξαρτά τη ζωή του από την ελαφρότητα ενός φτερού.

Τώρα, όταν η νύχτα είναι πιο πυκνή

Κάποιος σέρνει το πτώμα ενός κορυδαλλού.

 

Más textos en el siguiente enlace de ERATO ARS POETICA

 

⊂Ο⊃

 

EUGENIA SÁNCHEZ NIETO
(Bogotá, 1954)

FOTO │©Mateo Silva

 

Traducción: Stelios Karayanis
(Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης)

 

 

EL VACÍO DE LA NADA

Desde un edificio en ruinas

se asoma a su vacío

espesos árboles hacen bello el paisaje

el sol entra lento

voces indescifrables hablan un idioma incomprensible

él desganado percibe un olor memorable

¿Qué le dicen esas voces insistentes?

una llovizna suave moja su cuerpo en la caída

las nubes dibujan animales vibrantes

figuras distorsionadas, imposible retener algo

el sonido de una armónica, una guitarra lo atrapa, lo abraza

cae buscando un encuentro

 el vacío de la nada.

 

 

 

ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

Μέσα από ένα ερειπωμένο κτήριο

σκύβει στο  κενό του

πυκνά δέντρα ομορφαίνουν το τοπίο

ο ήλιος μπαίνει σιγά σιγά

φωνές δυσερμήνευτες μιλούν μια γλώσσα ακατανόητη

αυτός άκεφος δέχεται ένα άρωμα αξιομνημόνευτο

Τι του λένε αυτές οι επιμένουσες φωνές;

μια απαλή ψιχάλα μουσκεύει το κορμί του στην πτώση

τα σύννεφα σχεδιάζουν ζώα παλλόμενα

μορφές στρεβλωμένες, αδύνατο να συγκρατήσεις κάτι

τον ήχο μιας φυσαρμόνικα, μια κιθάρα τον αρπάζει, τον αγκαλιάζει

πέφτει ψάχνοντας μια συνάντηση

το κενό του τίποτα.

 

 

 

 

THE MET │ Bronze statuette of a horse 8th century B.C. / Greek

 

 

 

 

BAJO LAS SOMBRAS

Alguien con su quebrada voz canta por las calles de la noche

siento miedo, miedo de un disparo al aire

un tiro que deje en el asfalto un hombre

alguien con hambre lanza su quebrada voz al aire

desde mi cuarto deseo saltar

por uno de los cuadros que me acompañan

perderme en espacios de tormentas o de asombros,

besar una bella de Botticelli

tal vez arrullar un pequeño solo en medio del parque

o hacer parte para siempre de una pintura de Modigliani

cualquier cosa preferible

a la voz quebrada de ese hombre en medio de la noche.

 

 

 

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ

Κάποιος με τη ραγισμένη του φωνή τραγουδά μες στους δρόμους τη νύχτα

νιώθω φόβο, φόβο από έναν πυροβολισμό στον αέρα

μια βολή που άφησε στην άσφαλτο έναν άνθρωπο

κάποιος που πεινά υψώνει τη ραγισμένη φωνή του στον αέρα

από το δωμάτιό μου θέλω να πηδήξω

σε έναν από τους πίνακες που με συνοδεύουν

να χαθώ σε χώρους με θύελλες ή με εκπλήξεις,

να φιλήσω μια ωραία γυναίκα του Μποτιτσέλι

να νανουρίσω ίσως ένα μικρό παιδάκι ολομόναχο στη μέση του πάρκου

ή να αποτελέσω μέρος ενός έργου του Μοντιλιάνι

το οποιοδήποτε προτιμώμενο πράγμα

από τη ραγισμένη φωνή αυτού του ανθρώπου στη μέση της νύχτας.

 

⊂Ο⊃

 

RÓMULO BUSTOS AGUIRRE
(Santa Catalina de Alejandría, 1954)


Foto │©Alexánder Urzola

 

Traducción: Ana Stergiou
(Μετάφραση: Άννα Στεργίου

 

 

ESCENA DE MARBELLA

Α Juan Marchena,
Cartagenero
del otro lado
del mar

Junto a las piedras está Dios bocarriba

Los pescadores en fila tiraron largamente de la red

Y ahora yace allí con sus ojos blancos mirando al cielo

Parece un bañista definitivamente distraído

Parece un gran pez gordo de cola muy grande

Pero es solo Dios

hinchado y con escamas impuras

¿Cuánto tiempo habrá rodado sobre las aguas?

Los curiosos observan la pesca monstruosa

Algunos separan una porción y la llevan

                                               para sus casas

Otros se preguntan si será conveniente

comer de un alimento que ha estado tanto tiempo

                                    expuesto a la intemperie

 

 

 

ΣΚΗΝΗ  ΑΠ’ ΤΗΜΑΡΜΠΕΓΙΑ

Στο Χουάν Μαρτσένα,

απ’ την Καρταχένα

της άλλης πλευράς του ωκεανού

 

Δίπλα στις πέτρες βρίσκεται ο Θεός ανάσκελα

Οι ψαράδες στη σειρά έριξαν μακριά τα δίχτυα

Και τώρα κείτεται εκεί με τα λευκά του μάτια θωρώντας τον ουρανό

Μοιάζει με έναν λουόμενο εντελώς αφηρημένο

Μοιάζει με ένα μεγάλο χοντρό ψάρι με μεγάλη ουρά

Αλλά είναι απλά ένας Θεός

πρησμένος και με βρώμικα λέπια

Πόσες φορές θα έχει τσαλαβουτήσει σ’ αυτά τα νερά;

Οι περίεργοι παρατηρούν το τερατώδες ψάρι

Κάποιοι κόβουν ένα κομμάτι για να το πάρουν

σπίτι τους

Άλλοι αναρωτιούνται αν είναι σωστό

να φάνε μια τροφή που ήταν τόσο καιρό

εκτεθειμένηστηνύπαιθρο

 

 

THE MET │ Terracotta statuette of a satyr late 4th–early 3rd century B.C. / Greek, South Italian, Tarentine

 

 

 

DEL CANGREJO ERMITAÑO

Rara costumbre la del cangrejo ermitaño

Se le va la vida buscando caparazones de otros moluscos

latas, recipientes vacíos

toda suerte de objetos cóncavos abandonados

por sus antiguos huéspedes para instalarse en ellos

 

Es posible que todo se deba

a una compulsión turística por la novedad

 

O a un síndrome de inestabilidad casi metafísica

 

O a simple ejercicio peripatético de quien tiene

demasiadas patas que ejercitar

 

¿O habrá algo más de fondo en todo esto?

 

Quizás convenga preguntar

al secreto cangrejo ermitaño que habita

                                               en cada uno de nosotros

 

Ese que, sin duda, acaba de escribir este poema

 

 

 

ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΚΑΒΟΥΡΑΣ

Παράξενη συνήθεια αυτή του ερημίτη κάβουρα

Περνά τη ζωή του αναζητώντας κελύφη από άλλα μαλάκια

κονσέρβες, άδεια δοχεία

κάθε είδους κούφια αντικείμενα εγκαταλελειμμένα

απ’ τους παλιούς τους ιδιοκτήτες για να εγκατασταθεί εκεί

 

Είναι πιθανό αυτό να οφείλεται

σε μια τουριστική παρόρμηση για το καινούριο

 

Η σε ένα σύνδρομο αστάθειας σχεδόν μεταφυσικής

 

Η στην απλή άσκηση περιπατητικής όσων έχουν

πολλά πόδια να εξασκήσουν

 

Η μήπως υπάρχει κάτι πιο βαθύ σ’ όλο αυτό;

 

Ίσως θα ’πρεπε να ρωτήσουμε

τον κρυφό ερημίτη κάβουρα που κατοικεί

                                               στον καθένα μας

                                              

Εκείνον που, αναμφίβολα, μόλις έγραψε ετούτο το ποίημα

 

Más textos en el siguiente enlace de BPoetry

 

⊂Ο⊃

 

NELSON ROMERO GUZMÁN
(Ataco, Tolima, 1962)

FOTO │©Jorge Mario Munera

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

MUTANTES

Mi hija duerme, está soñando que yo escribo.

Es todo un suceso. Va por una explanada

Y dobla espigas con sus manos.

Las palabras que escribo se me esparcen en la hoja

Como si igual fueran dobladas por el viento o por una mano.

Voy por la mitad del poema, mientras ella camina por la mitad del sembrado.

Ocurre que, a los ojos de mi hija en el sueño, desaparecen los surcos,

Mientras tanto yo borro un párrafo de versos largos.

Ella sueña y yo escribo.

Yo escribo lo que ella sueña.

Ella sueña lo que yo escribo, o algo así.

Es todo un suceso.

En el sueño ella me ve sentado sobre la hierba

Con mis manos ocupadas sacudiendo espigas

Y decide no distraerme.

De repente, la imagen de mi hija se me aparece en el poema

Cruzando frente a mí, como un reflejo, mas no levanto la cabeza.

Hija, despierta, que mi poema ya casi acaba,

La ventana de mi cuarto empieza a iluminarse,

El día ruge como un animal enjaulado

Tumbando la puerta para echarse a andar,

Hasta que por fin despierta y me dice:

—Gracias, padre, por tu poema logrado,

Yo le respondo:

—Gracias, hija, por tu sueño perfecto.

 

 

 

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΙ

Η κόρη μου κοιμάται, ονειρεύεται ότι εγώ γράφω.

Πρόκειται για μεγάλο γεγονός. Περνά από ένα ξέφωτο

Και λυγίζει στάχυα με τα χέρια της.

Οι λέξεις που γράφω μου είναι διάσπαρτες στο φύλλο

Σαν να ήταν λυγισμένες από τον άνεμο ή από ένα χέρι.

Περνάω μέσα από το ποίημα, ενώ εκείνη περπατά μέσα από τον αγρό.

Συμβαίνει, στα μάτια της κόρης μου στο όνειρο, να εξαφανίζονται τ’ αυλάκια,

Στο μεταξύ ομοίως διαγράφω μια παράγραφο μεγάλων στίχων.

Εκείνη ονειρεύεται κι εγώ γράφω.

Γράφω ό, τι εκείνη ονειρεύεται.

Ονειρεύεται αυτό που γράφω ή κάτι τέτοιο.

Πρόκειται για μεγάλο γεγονός.

Στο όνειρο με βλέπει να κάθομαι στο χορτάρι

Με τα πολυάσχολα χέρια μου σείοντας στάχυα

Και αποφασίζει να μην μου αποσπάσει την προσοχή.

Ξαφνικά, η εικόνα της κόρης μου μου εμφανίζεται στο ποίημα

Περνώντας μπροστά μου, σαν μια αντανάκλαση, μα δεν σηκώνω το κεφάλι μου.

Κόρη, ξύπνα, το ποίημά μου σχεδόν τελειώνει,

Το παράθυρο του δωματίου μου αρχίζει να φωτίζει,

Η μέρα βρυχάται σαν ζώο στο κλουβί

Γκρεμίζοντας την πόρτα για να ξεκινήσει να περπατά,

Μέχρι που τελικά ξυπνά και μου λέει:

—Ευχαριστώ, πατέρα, για το ολοκληρωμένο ποίημά σου,

Εγώ απαντώ:

—Ευχαριστώ, κόρη, για το τέλειο όνειρό σου.

 

 

 

 

THE MET │ Bronze horse 8th century B.C. / Greek

 

 

 

 

LECCIÓN DE CULINARIA

Este ha sido el infierno para una mujer: pelar una cebolla. Las hojas en las manos se multiplican delgadísimas. Hijos, en el corazón de la cebolla está Dios, decía mi madre para darse consuelo y consolarnos. Ella no hacía uso del cuchillo, pues temía herirle el corazón a Dios. Por tanto, el hambre en la casa era la eternidad. Mi madre no veía la hora en que un ángel aleteara entre sus manos, por el momento de esa carne comeríamos. Tiempos en que los ángeles, nuestros guardianes, se transformaban bondadosamente en aves de corral. Pero los tiempos cambian y eso ya no ocurre, así que un día las cosas empeoraron: nos volvimos transparentes como las mismas hojas de la cebolla. Fue hermoso, porque a través de mi hermano veía a mi madre en el punto más lejano del universo pelando sin descanso esa maldita cebolla. Hasta que llegó al punto oculto del centro donde están las regiones superiores. Pero por desgracia, Dios había salido un rato del centro de la cebolla. Pobre sirvienta de Dios, mi madre, en los misterios de la cocina. Lo cierto es que nunca pudimos comer en el Reino. Yo no sabía que mi madre de tanto pelar cebollas se había convertido en una envoltura de cielos transparentes; algo así como un cielo dentro de otro cielo, y éste dentro de otro. Recuerdo que no comimos, pero tampoco vimos a Dios. Ahora entiendo que la demasiada religión es la peor de las culinarias. Por fin quiero vengarme de todo esto derribando el Araboth, árbol del cielo.

 

 

 

ΜΑΘΗΜΑ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

Αυτή ήταν η κόλαση για μια γυναίκα: να ξεφλουδίζει ένα κρεμμύδι. Τα φύλλα στα χέρια πολλαπλασιάζονται λεπτότατα. Παιδιά, στην καρδιά του κρεμμυδιού είναι ο Θεός, έλεγε η μητέρα μου για να παρηγορηθεί και να μας παρηγορήσει. Δεν χρησιμοποιούσε το μαχαίρι, επειδή φοβόταν μην πληγώσει την καρδιά του Θεού. Έτσι, η πείνα στο σπίτι ήταν η αιωνιότητα. Η μητέρα μου δεν έβλεπε την ώρα που ένας άγγελος θα φτερούγιζε στα χέρια της, για τη στιγμή που θα τρώγαμε εκείνο το κρέας. Καιροί που οι άγγελοι, οι φύλακές μας, μετατρέπονταν ευγενικά σε πουλερικά. Αλλά οι χρόνοι αλλάζουν και αυτό δεν συμβαίνει πια, έτσι που μια μέρα τα πράγματα έγιναν χειρότερα: γίναμε διαφανείς σαν τα ίδια τα φύλλα του κρεμμυδιού. Ήταν ωραία, γιατί μέσα από τον αδελφό μου έβλεπα τη μητέρα μου στο απώτατο σημείο του σύμπαντος να ξεφλουδίζει το καταραμένο κρεμμύδι χωρίς ανάπαυση. Μέχρι που έφτασε στο κρυφό κεντρικό σημείο όπου βρίσκονται οι ανώτερες περιοχές. Αλλά, δυστυχώς, ο Θεός είχε φύγει για λίγο από το κέντρο του κρεμμυδιού. Φτωχός υπηρέτης του Θεού, η μητέρα μου, στα μυστήρια της κουζίνας. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μπορέσαμε να φάμε στο Βασίλειο. Δεν ήξερα ότι η μητέρα μου από το τόσο ξεφλούδισμα των κρεμμυδιών είχε μετατραπεί σε ένα περίβλημα διάφανων ουρανών∙ κάτι σαν ένας ουρανός μέσα σε έναν άλλο ουρανό, κι αυτός μέσα σε έναν άλλο. Θυμάμαι ότι δεν φάγαμε, αλλά ούτε είδαμε και τον Θεό. Τώρα καταλαβαίνω ότι η υπερβολική θρησκεία είναι η χειρότερη μαγειρική. Τέλος, θέλω να πάρω εκδίκηση για όλα αυτά καταστρέφοντας το Araboth, δέντρο του ουρανού.

 

Más textos en el siguiente enlace de ERATO ARS POETICA

 

⊂Ο⊃

CARLOS CASTILLO QUINTERO
(Miraflores, Boyacá, 1966)

FOTO │©Claudia R. Niño

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

OCTAEDRO 

I

Quisiera hallarle utilidad,

un destino, a mi mano sin ti.

 

II

Y el amor que se hunde, se asfixia, se muere

en el gélido mar de la ausencia,

su cadáver

¿Sirve para alimentar a los peces?

 

III

La música va por la habitación, se desliza,

a palos de ciego te busca y regresa,

triste, sola,

la música…

 

IV

Voluptuosa, abierta a la piel que acecha,

ebria, con una luna nueva en el pecho,

bella e inútil

esta noche en la que no estás.

 

V

¿Qué caminos has ido a recorrer

de los trazados en las líneas de tu mano?

 

VI

Quizá otro deambule por el macramé pétreo de la casa,

y tropiece, sin hilo, sin brújula,

sin atreverse a consultar el mapa del cielo.

Quizá también huya del espejo y se crea,

como yo,

único dueño de tu laberinto.

 

VII

Y si una tarde en un cruce de caminos,

en una calle alguien te roza.

Y si ese roce casual te detiene,

si te miran y miras,

si naufragas en esa mirada…

¿A dónde mi ruta?

 

VIII

No interesa ya, la extensión del paraíso.

 

 

 

ΟΚΤΑΕΔΡΟ

Ι

Θα ήθελα να το βρω χρήσιμο,

ένα πεπρωμένο, στο χέρι μου χωρίς εσένα.

 

ΙΙ

Και η αγάπη που βυθίζεται, ασφυκτιά, πεθαίνει

στην παγωμένη θάλασσα της απουσίας-

το πτώμα της

χρησιμεύει για να θρέψει τα ψάρια;

 

III

Η μουσική περνά μέσα από το δωμάτιο, γλιστρά,

στα τυφλά σε ζητά κι επιστρέφει,

λυπημένη, μόνη

η μουσική…

 

IV

Ηδονική, ανοιχτή στο δέρμα που προσδοκά,

μεθυσμένη, με ένα νέο φεγγάρι στο στήθος,

όμορφο και άχρηστο,

αυτή η νύχτα στην οποία δεν είσαι.

 

V

Τι μονοπάτια πήγες να ταξιδέψεις

απ’ τις διαδρομές στις γραμμές του χεριού σου;

 

VI

Ίσως κάποιος άλλος περιπλανιέται στο πέτρινο μακραμέ του σπιτιού,

και σκοντάφτει, χωρίς νήμα, χωρίς πυξίδα,

χωρίς να τολμά να συμβουλευτεί τον χάρτη του ουρανού.

Ίσως συνάμα να αποφεύγει τον καθρέφτη και να θεωρεί τον εαυτό του,

όπως εγώ,

μόνο ιδιοκτήτη του λαβυρίνθου σου.

 

VII

Κι αν ένα απόγευμα σ’ ένα σταυροδρόμι,

σ’ έναν δρόμο κάποιος σ’ αγγίξει.

Κι αν αυτή η τυχαία επαφή σε σταματήσει,

αν σε κοιτάξουν και κοιτάξεις,

αν βυθιστείς σε αυτό το βλέμμα …

Για πού είναι η διαδρομή μου;

 

VIII

Δεν ελκύει πια, η επέκταση του παραδείσου.

 

 

 

 

THE MET │ Bronze statuette of Aphrodite late 2nd or 1st century B.C. / Greek

 

 

 

AMÉN

Para Diana Alejandra

Lo busqué en los libros sagrados.

Pregunté por ÉL a quienes habían dedicado su vida a servirle.

Fui al templo, me hinqué ante la imagen del Cristo

y recé la oración indicada.

Fui a la mezquita.

Visité edificios descostrados, garajes multicolores,

bulevares y tiendas decoradas con ángeles de marfil

en donde se comerciaba con SU nombre,

pero en ninguno de aquellos lugares le hallé.

 

Vacío —cómplice de fraude—

recorrí el lado oscuro

fui hasta el monte de Sísifo,

una y otra vez,

sin reunir el valor que exige el abismo.

 

Cuando ya había cesado mi búsqueda,

y los días de mi vida eran pasto de la desesperanza

llegaste tú,

con tu sonrisa que es igual a mil soles

con ese lunar que circunda tus labios y te hace dueña de todo

con tu cabellera que guarda el negro más puro de la noche

con tu espalda que es un calco de la constelación de Orión y en donde habitan murciélagos y otros seres celestes

con tus ojos que exigen un nuevo nombre para la belleza

con tu cuerpo, árbol de canela que no le pide permiso a la felicidad.

 

Llegaste tú,

y me enseñaste SU rostro.

 

 

 

ΑΜΗΝ

Για την Ντιάνα Αλεξάνδρα

Τον αναζήτησα στα ιερά βιβλία.

Ρώτησα για ΕΚΕΙΝΟΝ όσους είχαν αφιερώσει τη ζωή τους για να τον υπηρετήσουν.

Πήγα στο ναό, γονάτισα μπροστά στην εικόνα του Χριστού

και προσευχήθηκα την ενδεδειγμένη προσευχή.

Πήγα στο τζαμί.

Επισκέφτηκα αποφλοιωμένα κτίρια, πολύχρωμα γκαράζ,

λεωφόρους και καταστήματα διακοσμημένα μ’αγγέλους φιλντισένιους

όπου εμπορευόντουσαν το όνομά ΤΟΥ,

μα σε κανένα από αυτά τα μέρη δεν τον βρήκα.

 

Κενός —απάτης συνεργός—

διάνυσα τη σκοτεινή πλευρά

πήγα μέχρι το όρος του Σισύφου,

ξανά και ξανά

δίχως να συγκεντρώσω το κουράγιο που απαιτεί η άβυσσος.

 

Όταν πια η αναζήτησή μου είχε σταματήσει,

και οι μέρες της ζωής μου ήταν βοσκή της απελπισίας

ήρθες εσύ

με το χαμόγελό σου που είναι ίσο με χίλιους ήλιους

μ’ εκείνη την ελιά που περιβάλλει τα χείλη σου και σε κάνει ιδιοκτήτρια του παντός

με τα μαλλιά σου που κρατούν το πιο αγνό μαύρο της νύχτας

με την πλάτη σου που είναι αντίγραφο του αστερισμού του Ωρίωνα και όπου κατοικούν νυχτερίδες και άλλα ουράνια όντα

με τα μάτια σου που απαιτούν ένα νέο όνομα για την ομορφιά

με το σώμα σου, κανελόδεντρο που δεν ζητά άδεια στην ευτυχία.

 

Ήρθες εσύ,

και μου έδειξες το πρόσωπό ΤΟΥ.

 

 

BITÁCORA DEL FIN

Entonces el océano reveló su grandeza.
Henri Michaux

Todo en este viaje, es ajeno.

Yo, Ulises, permanezco atado al mástil de mi barco pero no escucho el canto de las sirenas. No hay sirenas, no hay barco.

Nada ha sido mío.

Las mujeres que amé y que me amaron, amor espurio que se fatiga hoy en otro lecho. En el televisor de una tienda de barrio, el Titanic naufraga otra vez.

Afuera el invierno se va y los árboles estrenan nuevas hojas. Sobre la mesa de noche permanece un libro que habla de viajes. Un cielo que no conozco se agita en esas páginas gastadas. Un pájaro azul.

Sé que tuve dos hijas que en la noche de año nuevo le daban la vuelta a la manzana cargando una maleta llena de girasoles. Sé que el viento ha extraviado sus postales. Recuerdo un patio, un triciclo, la sombra de un gato amarillo que todavía duerme a los pies de mi cama. Recuerdo el arcoíris que nacía en la olla de oro de un duende.

Nada ha sido mío.

Una anciana le reza a un judío muerto. «Los comedores de patatas» de Vincent Van Gogh interrumpen su cena y la miran con desdén. ¿Quién es esa niña que durante todos estos años ha ocultado su rostro? Quisiera rezarle a algún dios, pero ya ninguno quiere tratos conmigo.

Viví en una ciudad fría de calles inclinadas que con sus diecisiete campanarios,  durante siglos, ha esclavizado a sus fieles. Viví en un pueblo en donde en lugar de molinos había gigantes; allí, todos los domingos, el Crucificado bajaba de su madero y comía masato y galletas con los niños que salían de misa.

Recuerdo la sonrisa de mi mamá, sus manos que a diario recomponían una casa habitada por fantasmas. Recuerdo los lirios del campo que brotaban de sus dedos como si fueran maleza. El ruido de una guadaña cruza la tarde como un río y un cardumen de pequeños peces alados atraviesa mis ojos.

Nada ha sido mío.

Sé de un poeta centenario que fue olvidado por la Muerte y que transita por las calles de una ciudad que no lo reconoce. Sé de uno que se baña en las aguas oscuras del crimen y amanece limpio como un niño que va a su primer día de escuela. Sé que el poeta y el niño son el mismo.

Las ruinas de una fiesta se han anclado en mi ventana. Una guitarra. Unas voces ásperas que hablan de Nueva York. El humo púrpura de un tabaco huye de los labios de una mujer joven que entona una canción triste. Sé que ella tiene el nombre de un bebé tatuado en su vientre.

Yo, Ulises, permanezco atrapado en una habitación acosada por las termitas, paredes de alquiler en donde aguardo el fin del mundo.

 

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Τότε ο ωκεανός αποκάλυψε το μεγαλείο του.
Ανρί Μισώ

Όλα σε αυτό το ταξίδι είναι ξένα.

Εγώ, ο Οδυσσέας, παραμένω δεμένος στο κατάρτι του πλοίου μου, αλλά δεν ακούω το τραγούδι των Σειρήνων. Δεν υπάρχουν Σειρήνες, δεν υπάρχει πλοίο.

Τίποτα δεν ήταν δικό μου.

Οι γυναίκες που αγάπησα και που με αγάπησαν, ψεύτικη αγάπη που κουράζεται σήμερα σε άλλο κρεβάτι. Στην τηλεόραση ενός καταστήματος της γειτονιάς, ο Τιτανικός ναυαγεί και πάλι.

Έξω ο χειμώνας φεύγει και τα δέντρα φορούν καινούργια φύλλα. Στο κομοδίνο παραμένει ένα βιβλίο που μιλά για ταξίδια. Ένας ουρανός που δεν γνωρίζω αναδεύεται σε αυτές τις φθαρμένες σελίδες. Ένα γαλάζιο πουλί

Ξέρω ότι είχα δύο κόρες που την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τριγύριζαν στο τετράγωνο κουβαλώντας μια βαλίτσα γεμάτη ηλιοτρόπια. Ξέρω ότι ο άνεμος έχει χάσει τις ταχυδρομικές θυρίδες του. Θυμάμαι ένα αίθριο, ένα τρίκυκλο, τη σκιά ενός κίτρινου γάτου που κοιμάται ακόμα στα πόδια του κρεβατιού μου. Θυμάμαι το ουράνιο τόξο που γεννήθηκε στο χρυσό τσουκάλι ενός ξωτικού.

Τίποτα δεν ήταν δικό μου.

Μια γριά προσεύχεται σε έναν νεκρό Εβραίο. Οι «Πατατοφάγοι» του Βίνσεντ Φαν Γκογκ διακόπτουν το δείπνο τους και την κοιτάζουν με περιφρόνηση. Ποιο είναι αυτό το κορίτσι που έχει κρυμμένο το πρόσωπό του όλα αυτά τα χρόνια; Θα ήθελα να προσευχηθώ σε κάποιον θεό, αλλά κανείς πια δεν θέλει δοσοληψίες μαζί μου.

Έζησα σε μια κρύα πόλη με απότομους δρόμους που με τα δεκαεπτά καμπαναριά της, για αιώνες, έχει υποδουλώσει τους πιστούς της. Έζησα σε ένα χωριό όπου αντί για μύλους υπήρχαν γίγαντες. Εκεί, κάθε Κυριακή, ο Εσταυρωμένος κατέβαινε από το ξύλο του και έτρωγε μασάτο και μπισκότα με τα παιδιά που έφυγαν από τη λειτουργία.

Θυμάμαι το χαμόγελο της μητέρας μου, τα χέρια της που καθημερινά ανασυνέθεταν ένα σπίτι κατοικημένο από φαντάσματα. Θυμάμαι τα κρίνα της πεδιάδας που ξεφύτρωναν από τα δάχτυλά της σαν να ήταν ζιζάνια. Ο θόρυβος ενός δρεπανιού διασχίζει το απόγευμα σαν ποτάμι και ένα κοπάδι μικρών φτερωτών ψαριών διαπερνά τα μάτια μου.

Τίποτα δεν ήταν δικό μου.

Γνωρίζω έναν εκατονταετή ποιητή που ξεχάστηκε από τον Θάνατο και ταξιδεύει στους δρόμους μιας πόλης που δεν τον αναγνωρίζει. Ξέρω για κάποιον που λούζεται στα σκοτεινά νερά του εγκλήματος και αναδύεται καθαρός σαν παιδί που πηγαίνει στην πρώτη του μέρα στο σχολείο. Ξέρω ότι ο ποιητής και το παιδί είναι το ίδιο.

Τα απομεινάρια μιας γιορτής έχουν αγκυροβολήσει στο παράθυρό μου. Μια κιθάρα. Σκληρές φωνές που μιλάνε για τη Νέα Υόρκη. Ο πορφυρός καπνός ενός ταμπάκου φεύγει από τα χείλη μιας νεαρής γυναίκας που τραγουδά ένα θλιμμένο τραγούδι. Ξέρω ότι έχει τατουάζ το όνομα ενός μωρού στην κοιλιά της.

Εγώ, ο Οδυσσέας, παραμένω παγιδευμένος σε ένα δωμάτιο βασανισμένο απ’ τους τερμίτες, μισθωμένοι τοίχοι όπου περιμένω το τέλος του κόσμου.

 

Más textos en la WEB del autor

 

⊂Ο⊃

CLAUDIA R. NIÑO
(Tunja, 1966)


Foto │©Carlos Castillo Quintero

 

 A la sombra del olivo / Στη σκιά του ελαιώνα

Traducción: Stelios Karayanis
(Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης)

I

Si mi mano calculara

el peso exacto

de una gota de rocío,

calcularía también

                         el vacío

del dios muerto

infinito,

que me ha dejado sola.

 

Ι

Αν το χέρι μου μετρούσε

το ακριβές βάρος

μιας δροσοσταλίδας,

θα μετρούσε επίσης,

                        το κενό

του πεθαμένου θεού

του άπειρου

που με άφησε μόνη.

 

 

 

II

Y si espero a la noche

Y me sumerjo en ella

Y llamo al loco, al suicida,

Y grito su nombre

Y me despojo de todo

Y me entrego

Y muero en el intento

O si sólo sigo aquí, inmóvil, callada

antes del alba.

 

ΙΙ

Κι αν ελπίζω στη νύχτα

Κι αν βυθίζομαι σ’ αυτή

Και καλώ τον τρελό, ον αυτοκτόνο,

Και κραυγάζω το όνομά του

Και απαρνιέμαι  τα πάντα

Και παραδίνομαι

Και πεθαίνω στην προσπάθεια

Η ίσως μόνο συνεχίζω εδώ, ακίνητη, σιωπηλή

πριν τη χαραυγή.

 

 

 

THE MET │ Gold earring with head of an antelope / Greek, late 4th–3rd century B.C.

 

 

ΙΙΙ

Mato tu recuerdo

hago un anillo que selle tu ausencia

tuerzo un alambre

pinto un cuadro que se robe

el color de tus ojos

entierro todo

olvido

y vuelvo a preguntar

¿Qué es un colibrí?

 

III

Δολοφονώ την ανάμνησή σου

φτιάχνω ένα δαχτυλίδι που να σημαίνει την απουσία σου

λιμάρω ένα σύρμα

ζωγραφίζω έναν πίνακα που κλέβει

το χρώμα των ματιών σου

θάβω τα πάντα

λησμονώ

και ξαναρωτάω

Τι είναι ένα κολιμπρί;

 

Más textos en el siguiente enlace de BPoetry

 

 

⊂Ο⊃

LUCÍA ESTRADA
(Medellín, 198o)

FOTO │©Isabel Hernández

 

 

 

HÉCUBA

Que mis ojos mientan

lo que han visto

esta noche

un gran augurio:

¡oh rey!

el Cuervo

se ha posado

sobre nuestras coronas.

 

 

 

ΕΚΑΒΗ

Μακάρι να ψεύδονται τα μάτια μου

γι’ αυτό που είδαν

αυτή τη νύχτα

ένα μεγάλο οιωνό:

ω βασιλιά!

Το Κοράκι

κάθισε

πάνω στις κορώνες μας.

 

 

 

CIRCE

Es la sombra

lo que retengo

 

la belleza de alejarse

cada vez más

 

el infortunio de haber visto

muchas islas

muchos mares

como a través

de un espejo roto

 

la muerte que representas

el número de animales muertos

que representas

 

negro polvo que tus pies

han traído

hasta mi casa.

 

 

 

ΚΙΡΚΗ

Είναι η σκιά

 αυτό που κρατώ

 

η ομορφιά του να απομακρύνεσαι

κάθε φορά όλο και περισσότερο

 

η ατυχία του να έχεις δει

πολλά νησιά

πολλές θάλασσες

όπως μέσα

από έναν σπασμένο καθρέφτη

 

ο θάνατος που αντιπροσωπεύεις

ο αριθμός των νεκρών ζώων

που εκπροσωπείς

 

μαύρη στάχτη

που τα πόδια σου

έφεραν

ως το σπίτι μου.

 

 

 

 

THE MET │ Terracotta fragment of the upper body of a woman 4th century B.C. / Greek, South Italian, Tarentine

 

 

 

YOCASTA

Si preguntaras

a la Piedra

respondería con tu nombre

 

el propio corazón

es el oráculo.

 

 

 

ΙΟΚΑΣΤΗ

Αν ρωτούσες

 την πέτρα

θα σου απαντούσε με τ’ όνομά σου

 

η ίδια η καρδιά σου

είναι το θαύμα.

 

 

 

ALMA MALHER

Yo también lo prefiero.

 

Es más bella la mano

al pulsar una cuerda invisible.

Cuando duermes,

reaparecen las tres mil sombras de tus dedos

tejiendo filigranas

en el oscuro cuello del dragón.

Te miro inquieta

sin atreverme a respirar.

 

Es la hora más alta

del doble vuelo nocturno.

 

Escribo en la seda de tus párpados

mi temor de perderle,

de que huya como un gato por los techos,

de que salte y reviente la cuerda

de todas las campanas del mundo,

de que se despeñe con el sonido metálico

de un arcángel

en el centro mismo de la orquesta.

Yo también lo prefiero

cóncavo y oscuro.

La clave blanca y negra

de todo cuanto existe

se advierte

en su sinfonía de agujas.

 

 

 

ΑΛΜΑ ΜΑΛΕΡ

Εγώ επίσης το προτιμώ.

Είναι πιο όμορφο το χέρι

όταν χτυπά μια αόρατη χορδή.

Όταν κοιμάσαι,

επανεμφανίζονται οι τρεις χιλιάδες σκιές των δακτύλων σου

υφαίνοντας υδατόσημα

στο σκοτεινό τράχηλο του δράκου.

Σε κοιτάζω ανήσυχη

δίχως να τολμώ να αναπνεύσω.

Είναι η πιο μεγάλη ώρα

Της διπλής νυχτερινής πτήσης.

Γράφω στο μετάξι των βλεφάρων σου

Τον φόβο μου μήπως χαθώ,

αυτού που δραπετεύει σαν μια γάτα από τις στέγες,

αυτού που αναπηδά και θραύει το σκοινί

όλων των καμπάνων του κόσμου,

αυτού που  γκρεμίζεται με τον μεταλλικό ήχο

ενός αρχαγγέλου

μέσα στο κέντρο μιας ορχήστρας.

Εγώ επίσης το προτιμώ

κοίλο και σκοτεινό.

Το λευκό και μαύρο κλειδί

όλων όσων υπάρχουν

φαίνεται σε μια συμφωνία υδάτων.

 

 

 

 

THE MET │ Marble head from the figure of a woman 2700–2500 B.C. / Cycladic

 

 

 

CAMILLE CLAUDEL

Imaginé una cárcel,

la flor de locura

convertida en piedra

Me reconocí en desventaja,

me afilé las manos,

el cuerpo,

el vacío

y los restos de sombra

devorada por las hormigas.

En un viejo cuadro

de la estancia

mi rostro se disuelve.

 

 

 

ΚΑΜΙΛ ΚΛΟΝΤΕΛ

Φαντάστηκα μια φυλακή,

το άνθος της τρέλας

μετασχηματισμένο σε πέτρα

Αναγνωρίστηκα με μειονέκτημα,

ακόνισα τα χέρια μου,

το σώμα μου,

το κενό

και τα υπολείμματα της σκιάς

κατασπαραγμένη από τα μυρμήγκια.

Σε ένα παλιό κάδρο

του παλατιού

το πρόσωπό μου διαλύεται.

 

⊂Ο⊃

HENRY ALEXÁNDER GÓMEZ
(Bogotá, 1982)

FOTO │©Laura Castillo

 

Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης
Traducción: Stavros Guirguenis

 

 

LA ALBERCA

Habité por años aquel estanque perdido

en medio del patio.

Alimenté el corazón del agua, el pozo sin fondo

donde tío Jaime guardaba los peces traídos desde el río.

Fui náufrago sin cielo,

árbol sumergido en la mitad de la tormenta.

Buceé el torrente de hogueras submarinas

y, como Julio Verne,

vi el relámpago de la música adentro de un pez dormido.

Navegar era mi oficio, destejer las raíces del mar,

dibujar en cartas de navegación

las líneas turbulentas de aguas ecuatoriales.

Los bajeles, el sextante,

los peces bañados en el tiempo,

boqueando el alba hasta perecer.

Mi puerto eran las manos de mi madre lavando la ropa.

 

 

 

Η ΠΙΣΙΝΑ

Κατοίκησα εκείνη τη χαμένη πισίνα για χρόνια

στη μέση του αιθρίου.

Έθρεψα την καρδιά του νερού, το απύθμενο πηγάδι

όπου ο θείος Χάιμε φύλαγε τα ψάρια που έφερνε από το ποτάμι.

Ήμουν ναυάγιο χωρίς ουρανό,

δέντρο βυθισμένο στο μέσο της καταιγίδας.

Βυθίστηκα στο χείμαρρο των υποβρύχιων πυρκαγιών

και, όπως ο Ιούλιος Βερν,

είδα την αστραπή της μουσικής μέσα σε ένα κοιμισμένο ψάρι.

Η ιστιοπλοΐα ήταν η δουλειά μου, ξηλώνοντας τις ρίζες της

θάλασσας,

σχεδιάζοντας σε χάρτες πλοήγησης

τις ταραγμένες γραμμές των ισημερινών υδάτων.

Τα πλοία, οι εξάντες,

τα ψάρια τα λουσμένα στο χρόνο,

χάσκοντας την αυγή μέχρι να χαθεί.

Το λιμάνι μου ήταν τα χέρια της μητέρας μου που έπλενε τα

ρούχα.

 

 

 

THE MET │ Marble fragment of a stele (grave marker) of a youth mid-4th century B.C. / Greek

 

 

 

 

ARQUEOLOGÍA

Enterrar una palabra,

esconder su tumba entre las piedras.

Desenterrarla después de muchos años,

quitarle la tierra endurecida,

los restos de polvo,

el óxido,

hasta que brille como una antigua reliquia.

Colocarla en medio de la página en blanco

y estudiar su antigüedad, interpretar su pasado,

descifrar el color original,

establecer su importante papel en la historia.

Incluso admirar su dignidad de estrella olvidada.

 

 

 

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Θάψε μια λέξη,

κρύψε τον τάφο της ανάμεσα στις πέτρες.

Ξέθαψέ την μετά από πολλά χρόνια,

αφαίρεσε τη σκληρυμένη γη,

τα υπολείμματα της σκόνης,

τη σκουριά,

μέχρι να λάμψει σαν ένα αρχαίο λείψανο.

Τοποθέτησέ την στο κέντρο της λευκής σελίδας

και μελέτα την αρχαιότητά της, ερμήνευσε το παρελθόν της,

αποκρυπτογράφησε το αρχικό χρώμα,

θεμελίωσε το σημαντικό ρόλο της στην ιστορία.

Επιπλέον θαύμασε την ξεχασμένη αστρική αξιοπρέπειά της.

 

Más textos en el siguiente enlace de ERATO ARS POETICA

 

 

 

*  *  *

Derechos reservados
©De los autores
©De los traductores
 

⊂Ο⊃

NOTAS BIOGRÁFICAS

OMAR ORTIZ FORERO (Bogotá, 1950). Edita y dirige desde 1987 la revista de poesía Luna Nueva. Ha publicado 13 libros de poesía de los cuales destacamos: “Las muchachas del circo”, “Diez regiones”, “Un jardín para Milena”, “El libro de las cosas”, (Premio Nacional de Poesía Universidad de Antioquia, 1995) “La luna en el espejo”, “Diario de los seres anónimos”, “Cequíagrande” y la primera edición en España de “Diario de los seres anónimos” que, ampliada y corregida, publica la editorial “La Mirada Malva” en 2015. 

⊂Ο⊃

EUGENIA SÁNCHEZ NIETO (Bogotá, 1954). Título de Filosofía, Universidad Nacional, 1987. Especialista en Administración y Planeación del Desarrollo Regional Universidad de los Andes, 1993. Dirigió el programa Página Impar de la Unión Nacional de Escritores, que se transmitió por la Radiodifusora Nacional de Colombia, (1990-1997). Libros publicados: Que venga el tiempo que nos prenda (Ulrika, 1985), Con la venia de los heliotropos (Ulrika, 1990), Las puertas de lo invisible (Centro Colombo Americano,1993), Visibles ademanes (Colección Viernes de Poesía, 2004), Dominios cruzados (Caza de Libros, 2010), Visibles ademanes – Antología (Colección Un libro por centavos, 2013), Lo inasible – Poesía reunida (Uniediciones, 2017).

⊂Ο⊃

RÓMULO BUSTOS AGUIRRE (Santa Catalina de Alejandría, 1954). Doctor en Ciencias de las religiones por la Universidad Complutense de Madrid. Magister en literatura hispanoamericana por el Instituto Caro y Cuervo. En 1993 recibe el Premio Nacional de Poesía, concedido por el Instituto Colombiana de Cultura. En 2019 recibe el Premio Nacional de Poesía del Ministerio de Cultura de Colombia.

⊂Ο⊃

NELSON ROMERO GUZMÁN (Ataco, Tolima, 1962). Licenciado en Filosofía y Letras por la Universidad Santo Tomás y Magíster en Literatura, Universidad Tecnológica de Pereira en convenio con la Universidad del Tolima. Premio Nacional de Poesía “Fernando Mejía Mejía” por su libro Rumbos (1992; XIV Premio Nacional de Poesía por Concurso Universidad de Antioquia, por el libro Surgidos de la Luz (2000); Premio Nacional de Poesía Instituto Distrital de Cultura y Turismo de Bogotá por Obras de mampostería (2007); 56 Premio Internacional de Poesía Casa de las Américas 2015, otorgado en la Habana a su libro Bajo el brillo de la luna y Premio Nacional de Poesía Ministerio de Cultura de Colombia 2015 por su libro Música lenta

⊂Ο⊃

CARLOS CASTILLO QUINTERO (Miraflores, Boyacá, 1966). Ha publicado las novelas Peces de nieve (2018), Gente rara en el balcón (2016) y Alicia Cocaine (2016); los libros de cuento Dalila Dreaming (2015), Espiral al Sur (2013), Carroñera (2007), y Los inmortales (2000), además de cinco poemarios. Ha sido incluido en antologías y revistas literarias de Colombia, Venezuela, Argentina, México, Puerto Rico, Estados Unidos, Francia y España. Cuentos, poemas, y textos suyos sobre escritura creativa han sido traducidos al inglés, francés, italiano, griego y portugués.

⊂Ο⊃

CLAUDIA R. NIÑO (Tunja, 1966). Escritora, artista plástica y orfebre. Estudió platería en la Escuela de Artes y Oficios Santo Domingo de Bogotá. Ha sido docente de arte contemporáneo y directora de talleres de escritura creativa. Cuentos y poemas suyos se han traducido al inglés y al griego. Ha publicado en las revistas Circe (UN), Fahrenheit 451, La Tierra baldía, Poetas colombianos, BPoetry, Raíz Invertida, entre otras.

⊂Ο⊃

LUCÍA ESTRADA (Medellín,1980). Ha publicado los libros de poesía Fuegos nocturnos (Medellín, 1997), Noche líquida(Coleccióndel Ministerio de Cultura, San José de Costa Rica, 2000), Maiastra (Ed. El Tambor Arlequín.Medellín, 2004), Las hijas del espino (1º Edición: Cobalto Ediciones, 2006 / 2ºEdición: Hombre Nuevo Editores, 2008), El ojo de Circe (Antología – Colección Un libro porcentavos de la Universidad Externado de Colombia, 2006), El círculo de la memoria (Selección de poemas, Lima, 2008; San José de Costa Rica, 2008),La noche en el espejo (Fundación Gilberto Alzate Avendaño, Bogotá, 2010),Cenizas de Pasolini (Editorial Pequeña Alejandría,Medellín, 2012), Cuaderno del ángel (Sílaba Editores, Medellín 2012),Continuidad del jardín / Selección personal (Colección Palabras Rodantes, Metro de Medellín-Comfama, 2014; Editorial Valparaíso, Granada, España, 2015), entre otros.

⊂Ο⊃

HENRY ALEXÁNDER GÓMEZ (Bogotá, 1982). Magister en Creación Literaria de la Universidad Central y Licenciado en Ciencias Sociales de la Universidad Distrital Francisco José de Caldas. Es director del Festival de Literatura “Ojo en la tinta”. Ha recibido diferentes distinciones, entre ellas, el Premio Nacional de Poesía Universidad Externado de Colombia, el Premio Nacional Casa de Poesía Silva y el Premio Internacional de Poesía José Verón Gormaz de España por el libro Tratado del alba (2016).

⊂Ο⊃

Las imágenes que acompañan a los poemas son tomadas de la colección de uso libre del Museo Metropolitano de Arte (Metropolitan Museum of Art o simplemente Met) de la ciudad de Nueva York.

 

MAR DE INVIERNO – Poemas de Yorgos Markópulos /ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

©Foto ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

         

⊂Ο⊃

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción de José Antonio Moreno Jurado)

 

 

ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΗΣΤΗΣ

Κουράστηκα πια στα υψίπεδα

και θέλω χαμηλά να κατέβω,

το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας

που ισιώνει στον κήπο τον κισσό

και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.

 

Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,

η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει

και ο πυρετός ακάθεκτος,

όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει,

 

Πήρε απόγευμα κιόλας

και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια

πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.

 

Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.

 

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,

τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,

και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους

σκυλιά τους κυνηγούν,

σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

HABLA UN LADRÓN

Me cansé ya de las cimas

y quiero descender hasta abajo,

para besar la mano de una María terrenal

que enderece la hiedra en el jardín

y haga, junto al redil, la mermelada.

 

Me cansé, os digo, me cansé,

la noche me hiere cada vez más

y la fiebre iracunda

se apodera de mí como el enemigo de los cuerpos de guardia deshechos.

 

Se hizo ya el atardecer

y miro las aldeas, las tierras verdes y frescas

allá lejos en el campo.

 

Se hizo el atardecer y ya va hacia la noche.

 

La muerte se trenza en los herrumientos molinos de agua,

se van las aves, se desvanecen,

y a los locos muy dentro de sus oídos

los persiguen los perros,

los persiguen perros y campanas.

 

⊂Ο⊃

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.

Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι

χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,

ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…

Αλλάξαν οι καιροί, που λέει και ο λαός,

πράγματα διάφορα συνέβησαν,

χαθήκαμε με τον αδελφό μου,

μάθαμε πως έφυγε και ο πατέρας…

 

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή

που εκείνος δεν έζησε.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

MI PADRE QUERÍA CONSTRUIR UNA CASA

Mi padre consumió una vida para construir una casa.

Tardes, fiestas en la cocinita

sin un dulce o sin una cafetería.

Cuando murió, dejó una callecilla llena de hierba,

un edificio sin huecos, sin sofás, años…

Cambiaron los tiempos, como dice también el pueblo,

diferentes cosas sucedieron,

nos perdimos con mi hermano,

aprendimos que se fue también el padre.

 

Por eso te miro por la tarde profundamente a los ojos.

Es por si vivo yo la humilde calidez

que él no vivió.

 

⊂Ο⊃

 

Η ΜΝΗΜΗ ΠΑΛΙΩΝΕΙ

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.

Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,

φράζουν την πηγή που ζητάω.

Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,

ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

 

Γελάς. Δυο ποτήρια που σπάζουν

σε ερημική παραλία τα γέλια σου.

Ύστερα πια θυμώνεις.

Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,

πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

 

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.

Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα

στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.

Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,

για πάντα εκείνο το βράδυ,

φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,

δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλια γκρεμίζει.

 

Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.

Και όλα εδώ τελειώνουν.

Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.

                    

Ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και στη νύχτα

η μνήμη παλιώνει, η φωνή του φίλου χάνεται

και η παρεξήγηση παίρνει ένα τέλος.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

EL RECUERDO ENVEJECE

Siento sed como el río que se secó.

Piedras inamovibles, tus manos entre las piernas

tapian la fuente que busco.

Engañador, intento atraerlas utilizando chistes,

o impetuoso en otro tiempo, exactamente como el río que fui un día.

 

Ríes. Dos vasos que se quiebran,

tu sonrisa en una playa solitaria.

Después, ya, te enojas.

Un disparo a lo lejos en los campos,

tu voz cae con estrépito.

 

Si hubiese muerto, no me habrías conocido.

Si no hubieses olvidado tus cerillas aquella tarde

en la estación o en el tren, tampoco me hubieses conocido.

Y, si, a continuación, no hubieses salido de nuestra casa

para siempre aquella tarde,

poniéndote rápidamente la falda sin ropa interior,

no sería yo ahora el viento que se despeña por celos.

 

Así son, entonces, los hombres. Uno, montaña, y otro, cuchillo.

Y todo termina aquí.

Y lo imprevisto es para que suceda.

 

Entre el último cigarro y la noche

envejece el recuerdo, la voz del amigo se desvanece

y el malentendido termina.

 

⊂Ο⊃

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο

 

Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.

Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,

σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.

 

Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.

Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.

Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο

σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.

 

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος

που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

LOS POEMAS, UN RÍO, EL POETA

 

Para Angélica y Babi Zafirato

 

Los poemas son difíciles, lo sabéis.

Y, si levantas las palabras, son tan tristes

como dedos que te duelen una noche agónicamente.

 

Un río es un extranjero que se oculta, lo sabéis.

Por la mañana va al mar.

Al atardecer se queda tranquilamente inmóvil

como animal salvaje a cuyo lado pasaron cazadores.

 

El poeta, un indiferente, como se supone,

que oculta sus manos en los bolsillos.

 

⊂Ο⊃

 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

Στον Νίκο Μαρκομιχελάκη

 

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εδώ ας καθίσουμε μια στιγμή στην ησυχία.

Όπως καθίσαμε παιδιά στη σχολική εορτή.

Όπως κάθισαν οι καλεσμένοι στην αυλή

στους αρραβώνες της γιαγιάς μας, Κυριακή Ιουλίου του 1930.

Όπως κάθισαν οι δυο ξένοι στο σταθμό της Κορίνθου

και αγαπήθηκαν ύστερα πίσω από άδεια κιβώτια μπύρας

και τον εγκαταλειμμένο φωνόγραφο,

μισή ώρα πριν έρθουν τα τραίνα, και ύστερα χάθηκαν για πάντα.

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εμείς που ποθήσαμε τόσο πολύ τη γαλήνη

γυρνάμε τώρα στις λεωφόρους δίχως κρεβάτι

και με τα μάτια κόκκινα από την αγρύπνια.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

MAR DE INVIERNO

 

A Nikos Markomijelakis

 

Mar de invierno abandonado por los hombres.

Sentémonos aquí un momento con tranquilidad.

Como nos sentábamos de niños en la fiesta del colegio.

Como se sentaron los invitados al patio

en los esponsales de nuestra abuela. Domingo, julio de 1930.

Como se sentaron los dos extranjeros en la estación de Corinto

y se amaron después tras cajas vacías de cerveza

y el fonógrafo abandonado,

media hora antes de la llegada de los trenes, y después se perdieron para siempre.

Mar de invierno abandonado por los hombres.

Nosotros que deseábamos tanto la tranquilidad

vagamos ahora por las avenidas sin cama

y con los ojos enrojecidos por estar en vela.

 

⊂Ο⊃

 

Derechos reservados
©Yorgos Markópulos (poemas)
©José Antonio Moreno Jurado (traducción)

 

NOTA BIOGRÁFICA

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά. Έχουν κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές του, μία συλλογή με πεζά, δύο τόμοι με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δύο μονογραφίες του (μία για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και μία για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη). Το 1996 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), ενώ σε μετάφραση Michel Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο Ne recouvre pas la riviere (Cahiers grecs, Paris, 2000). Το 2011 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Κρυφός κυνηγός, ενώ την ίδια χρονιά τιμήθηκε και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

⊂Ο⊃

Yorgos Markópulos nació en Mesina, en 1951, y reside en Atenas desde 1965. Estudió Ciencias Económicas. Ha editado siete libros de poemas, un libro de prosa, dos volúmenes con textos sobre la obra de otros poetas, dos monografías (una sobre el fútbol en la poesía griega y otra, sobre la obra de Tasos Livaditis. En 1996 se le concedió el Premio Kavafis, en Alejandría (Egipto), en 1999 el Premio Nacional de Poesía por su libro No cubras el río (Ed. Kedros, 1998) y, en traducción de Michel Volkovitch, se editó en francés una selección de toda su obra con el título general de Ne récouvre pas la rivière (Cahiers grecs, París, 2000). En 2011, obtuvo otra vez el Premio Nacional de Poesía por su libro Cazador furtivo y, en el mismo año, fue honrado también con el Premio de la Academia de Atenas, por el conjunto de toda su obra, de la Fundación Kostas y Eleni Ouranis.

 ⊂Ο⊃

Las imágenes que acompañan a los poemas son de la artista plástica colombiana Natalia Franco, y hacen parte de “A la Deriva”, instalación en muelle y mar, laboratorio “La otra orilla”, Bienal de Artes Plásticas del Atlántico-EBA.

Natalia Franco es artista plástica y actriz. Abogada de la Universidad Nacional de Colombia. Integrante de varias agrupaciones como Teatro Experimental UN, Vendimia Teatro, Polymnia, Acto Latino, Ditirambo Teatro y Teatro de Sueños. Actualmente trabaja en el elenco de Dramactores Estudio. Los temas que aborda a través de diferentes medios plásticos son la ausencia, los recuerdos, el amor como resistencia, la mujer, la soledad, la sensualidad, el paisaje como diario de viaje y el tiempo como camino. Les invitamos a visitar su WEB.

⊂Ο⊃

 

EL DIAMANTE DEL DESEO- Poemas de Stavros Guirguenis

 

Foto │©Archivo particular

 

Traducción de José Antonio Moreno Jurado

 

⊂Ο⊃

 

ΑΣΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Οι ποιητές εστέτ και οι ονειροπαρμένοι αρχαιολόγοι
λεν μουσουργώντας πως η πόλη μοιάζει με ψηφιδωτό
ή μια σειρά απανωτών στρωμάτων στο χώρο και το χρόνο.
Και προφανώς υπονοείται κάτι θετικό,
η ιστορία, η τέχνη, οι άνθρωποι,
λαοί χαμένοι, κοιμητήρια, μνημεία ερειπιώδη.

Καθώς περιδιαβαίνεις
των ποιητών και των λογίων τα ονειρέματα
μπορεί και να δοθείς στην αυταπάτη.

Μα η πόλη είναι πάντα σε πορεία απώλειας,
ένα ατέρμονο, ενσυνείδητο Sein-zum-Tode.
Η πόλη είναι κουφάρι που του σπαράξανε τα σωθικά
θηρία σταλμένα από το μέλλον της,
είναι το επιστολόχαρτο, λευκό, του αγράμματου
που δεν κατάφερε να καταγράψει τη βαθιά ζωή του για το αύριο,
είναι το φως που ιριδίζει πεινασμένο
στο πανωφόρι του χορτασμένου ιδιοκτήτη του,
είναι ο Κάσσανδρος που ξέμεινε στο χρόνο ανεπιθύμητος
κρατώντας το κράνος απλωμένο,
να αντανακλά το φως βασιλεμένων ήλιων
και να μαζεύει των περαστικών τα κέρματα.

Η πόλη είναι μια χίμαιρα,
η διασταύρωση του νάνου μ’ έναν τιτάνα,
το εξάμβλωμα που ’πεσε πρόωρα
από τη μήτρα της ασχήμιας του.
Η πόλη είναι ο Νέρων που την έκαψε
και στη συνέχεια βαρέθηκε να την οικοδομήσει.
Η πόλη είναι ένα υπέρπυκνο κενό
που επικαλείται τη μετρημένη ανυπαρξία μας
για να μπορέσει να σταθεί μ’ αξιοπρέπεια
στην ύπαρξη.

⊂Ο⊃

ONTOLOGÍA URBANA

Los poetas estetas y los arqueólogos soñadores
dicen, componiendo música, que la ciudad parece un mosaico
o una serie de estratos amontonados en el espacio y el tiempo.
Y evidentemente se supone que es algo positivo,
la historia, el arte, los hombres,
pueblos perdidos, cementerios, monumentos en ruinas.

Cuando atraviesas por completo
las ensoñaciones de los poetas y los ilustrados,
es posible que te llames al engaño.

Pero la ciudad está siempre en camino de destrucción,
un interminable, consciente Sein-zum-Tode.
La ciudad es cadáver al que destrozaron las entrañas
animales enviados desde su futuro,
es el papel de carta, blanco, del analfabeto
que no consiguió inscribir su vida profunda en el mañana,
es la luz hambrienta que se irisa
en el abrigo de su propietario saciado,
es el Casandro que quedó indeseable en el tiempo,
sosteniendo el casco tendido,
reflejando la luz de soles ya puestos
y reuniendo las monedillas de los viandantes.

La ciudad es una quimera,
el cruce del enano y el titán,
la monstruosidad que cayó prematuramente
de la matriz de su fealdad.
La ciudad es el Nerón que la incendió
y se esforzó a continuación en reconstruirla.
La ciudad es un vacío densísimo
que lleva el apodo de nuestra medida inexistencia
para poder mantenerse con dignidad
en la existencia.

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Μακριά σαν τα φτερά του γερακιού η ελπίδα μου
και ο ίσκιος της καρδιάς μου άγριος
στο χώμα του ουρανού διαγράφεται.
Πολύ καιρό περιφέρομαι
τον κύκλο κάνω του κόσμου και πάλι ξανάρχομαι.
Κι όταν στέκομαι επάνω στα κάστρα,
όπου μια έπαλξη ανεβαίνει κάποτε τόσο ψηλά απ’ τις άλλες
και κρύβει τον ήλιο
σκοτεινιάζει ο χρόνος και βλέπω
τι θ’ απογίνουν οι κέδροι,
τι χαρά αποκάλυψης περιμένει το μεσημέρι
το μικρό μυστικό της αγάπης που στη ρίζα τους έθαψα.

⊂Ο⊃

EN LA TIERRA DEL CIELO

Mi esperanza, lejos como las alas del halcón,
y la sombra de mi corazón, salvaje,
está trazada en la tierra del cielo.
Durante mucho tiempo me estoy moviendo,
doy la vuelta al mundo y vengo otra vez.
Y, cuando me detengo sobre las fortalezas,
en donde una almena asciende a veces por encima de las demás
y oculta el sol,
el tiempo se oscurece y veo
en qué se volverán los cedros,
qué alegría de descubrimiento espera al mediodía
el pequeño secreto del amor que enterré en sus raíces.

 

 

 

 

ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

Η καταιγίδα παίρνει πάντα μαζί της ένα μέρος της ύπαρξής σου.
Το ταραχοποιό σου πνεύμα εμποτίζει το σύννεφο
και ξεσπά σε κάποια άλλη γη,
υπνωτίζοντας νοτερά τα φτερά των πουλιών,
δημιουργώντας σταλαγματιές πάνω σε νεόφυτα δέντρα,
κρύσταλλα στον τροχό του υαλουργού που λάμπουν.
Και περνάς άπιαστη πάνω από σύνορα
και οι λέξεις μου μάταια στήνουν ενέδρα για να σε συλλάβουν.
Ίσως σε κάποιο μοναχικό σπιτάκι στην άκρη του νου
να συναντηθούν οι έννοιες που δίνουμε στα πράγματα,
να συμφωνήσουμε τι είναι φως και τι μη φως
και τι το αστραφτερό σκοτάδι ανάμεσά τους.

⊂Ο⊃

ESPÍRITU PERTURBADOR

La tormenta siempre lleva consigo una parte de tu existencia.
Tu espíritu perturbador empapa la nube
y estalla en otra tierra cualquiera,
hipnotizando las húmedas alas de las aves,
creando gotas sobre neófitos árboles,
cristales resplandecientes en la rueda del vidriero.
Y pasas, inasible, por encima de las fronteras
y mis palabras en vano levantan emboscada para agarrarte.
Quizás en alguna casa solitaria en el extremo de la mente
se encuentren los conceptos que damos a las cosas,
quizás coincidamos en pensar qué es luz y qué no es luz
y qué la reluciente oscuridad que hay entre nosotros.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 06 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

Η ΦΥΓΗ

«Μη φεύγετε!»
Σας φώναζα την ώρα
που στο δίχτυ του ωκεανού πιασμένος
τρέμει υγρός ο αλιαετός του Σείριου.
Στάζουν οι Υάδες μελάνι βροχής
στον αρχέγονο κώδικα της νύχτας.

Μη φεύγετε!
Η ψυχή μου ακόμη δεν άναψε την ηχώ της
στις πρωινές φρυκτωρίες των βουνών
και το πνεύμα μου
δεν έδεσε το τέρας της μνήμης
στο κατάρτι του λυκαυγούς.

Μα εσείς φεύγατε.
Στα έγκατα του κέδρου πίσω απ’ αρώματα κρυμμένες,
θυμίαμα στο άγιο της ελάτου κοντάκιο,
στην παλάμη του Θεού κλωστή
που την παίρνει η αγέλη των άστρων
και κεντά
ακτινοβόλα την έλικα του γαλαξία.

Πρώτες ελπίδες, οράσεις αστραπής,
μ’ εγκαταλείψατε·
τώρα που ωρίμασα
κι η καρδιά μου δεν αντέχει
το διάφανο βάρος του κεραυνού
στο παλάτι της.

⊂Ο⊃

LA HUIDA

«¡No huyáis!»
os grité en el instante
en que atrapada en la red del océano
tiembla, húmeda, el águila marina de Sirio.
Gotean las Hiades tinta de lluvia
en el códice primitivo de la noche.

«¡No huyáis!»
Mi alma no encendió aún su estruendo
en las mañaneras señales luminosas de las montañas
y mi espíritu
no ató al monstruo del recuerdo
al mástil de la alborada.

Pero vosotros os fuisteis.
Escondidas en las profundidades del cedro tras los aromas,
incienso en el santo kontakio del abeto,
hilo en la palma de la mano de Dios
cogido el rebaño de las estrellas
y borda
radiantemente la hélice de la Vía Láctea.

Primeras esperanzas, visiones del relámpago,
me habéis abandonado;
ahora, cuando he madurado,
y mi corazón no resiste
el peso diáfano del rayo
en su palacio.

 

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως κοιτάζει ένα άλλο φως;
Ποιες νότες ανταλλάσσονται από διόδους μυστικές
σαν τη χορδή που κιθαρίζει τη μουσική του χρόνου;
Κάποτε μεγαλώνεις κι αναζητάς τα δευτερόλεπτα που ξόδεψες
χωρίς να αγοράσεις κάτι απ’ την πραμάτεια των ονείρων σου.
Κι όμως ήταν εκεί, απλωμένη σαν ερωμένη που δίνεται ολάκερη,
αλλά εσύ διαλέγεις πάντα κάτι το λιγότερο,
το μισοφέγγαρο, αντί για την πανσέληνο,
το ένα χρώμα, αντί για όλο το ουράνιο τόξο.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φεγγάρι συναντά ένα άλλο;
Ποιοι θρύλοι να ξυπνούν σαν ξεκινάει να χτυπά η καρδιά της νύχτας;
Οι δράκοι κάποτε γερνούν κι εξημερώνονται
κι εσύ ακόμη αναζητάς το κάστρο
που δεν εκπόρθησε ποτέ ο δισταγμός κι η αναβλητικότητά σου.
Κι όμως η πύλη του ήταν ανοιχτή,
κόρη ενός ματιού που διαστέλλεται ολάκερο
για να δεχτεί το αγαπημένο σχήμα εντός του.
Αλλά εσύ διαλέγεις πάντα το μισόκλειστο παράθυρο,
τη χαραμάδα αντί για τη βαθιά ρωγμή,
το σχίσιμο στο πέπλο αντί για το γυμνό κορμί του αγάλματος.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως δεν αντέχει να κοιτάζει ένα άλλο φως;
Όταν ένα βλέμμα σβήνει για να μην δει το άλλο;
Όταν το πεντάγραμμο αδειάζει από τις νότες του,
όλη αυτή η χαμένη μουσική πού να πηγαίνει;

⊂Ο⊃

LUNA LLENA

¿Qué sucede cuando una luz mira a otra luz?
¿Qué notas se intercambian por vías secretas
como la cuerda que guitarrea la música del tiempo?
A veces creces y buscas los segundos que gastaste
sin comprar nada de la mercancía de tus sueños.
Y, sin embargo, estaba allí, tendida como amante que se da por completo,
pero tú eliges siempre lo más pequeño,
lo medio luminoso, en vez de la luna llena,
un color, en vez de todo el arcoíris.

¿Qué sucede cuando una luna se encuentra con otra?
¿Qué leyendas se despiertan cuando comienza a latir el corazón de la noche?
Los dragones a veces envejecen y se amansan
y tú buscas incluso la fortaleza que jamás saquearon tu duda y tu procrastinación.
Y, sin embargo, su puerta estaba abierta,
pupila de un ojo que se dilata por completo
para aceptar la forma amada en su interior.
Pero tú eliges siempre la ventana medio cerrada,
la hendidura en vez de la grieta profunda,
el rasgón en el velo en vez del cuerpo desnudo de la estatua.

¿Qué sucede cuando una luz no resiste mirar a otra luz?
¿Qué sucede cuando una mirada se desvanece para no ver a la otra?
Cuando el pentagrama se vacía de sus notas,
¿a dónde va toda esa música perdida?

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 03 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo con hilo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

ΣΤΟΝ ΘΟΛΟ ΤΟΥΣ

Προς τη νύχτα το χέρι σου απλώνεις.
Με των δαχτύλων την άκρη ένα-ένα
μετακινείς στο θόλο τους τ’ άστρα,
αναδιατάσσοντας αρχαίους χάρτες,
παραπλανώντας αστρολάβους
και μάτια που ζητούν να βρουν
ένα νόημα κρυμμένο στο φως της αβύσσου.
Κι εγώ, ες αεί δεμένος στο πλάι σου,
αναρωτιέμαι όπως πάντα εντός μου
ποιον απ’ όλους τους ήλιους
θα διαλέξεις ν’ αφαιρέσεις απόψε
απ’ τον ουρανό.

⊂Ο⊃

EN SU BÓVEDA

A la noche extiendes tu mano.
Con la punta de los dedos, uno a uno,
trasladas las estrellas en su bóveda,
reordenando mapas antiguos
engañando astrolabios
y ojos que ansían encontrar
un sentido oculto en la luz del abismo.
Y yo, atado por siempre a tu lado,
me pregunto a mí mismo como siempre
a cuál de todos los soles
elegirás para quitarlo esta noche
del cielo.

 

 

 

 

ΣΕΠΤΟ ΤΟΠΙΟ

Σεπτό τοπίο γεμάτο στίγματα δέντρων απογυμνωμένων.
Τα συναισθήματα, σκόρπια στο έδαφος φύλλα.
Το κρύο σκεβρώνει τις λέξεις.
Ο χειμώνας ακόμη διυλίζει το αίμα μου.
Ο ήλιος μόλις που προλαβαίνει
να ματώσει μια τροχιά στον ουρανό
πριν υποκύψει στο βάρος του.
Το μάτι μου, όμως, αρκείται σ’ αυτό το λίγο και έλκεται.
Η καμπύλη της ζωής μου μια παραβολή ανοιχτή προς το φως.

⊂Ο⊃

VENERABLE LUGAR

Venerable lugar lleno de estigmas de árboles desnudos.
Las sensaciones, hojas esparcidas en el suelo.
El frío ladea las palabras.
El invierno filtra aún mi sangre.
El sol apenas alcanza
a ensangrentar una órbita en el cielo
antes de ceder a su peso.
Mi ojo, sin embargo, se basta con poco y se deja llevar.
La curva de mi vida, una parábola abierta a la luz.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 04 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017

 

 

 

 

ΕΙΚΟΣΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη είναι το κύμα όπου συναντιούνται δυο πουλιά,
αφού γυρίσανε όλο τον κόσμο αναζητώντας το ένα τ’ άλλο.
Η αγάπη είναι το αγνοημένο φύλλο
που γλίστρησε μέσα σου σε καλοκαιρινή βροχή και δεν το πρόσεξες.
Η αγάπη είναι το βουνό που υψώνεται,
για να ακούσει τη φωνή της αστραπής σου καθάρια σαν γεννιέται.
Η αγάπη είναι το σπήλαιο που κατεβαίνει ως την καρδιά σου,
για να βρει το μέταλλο που αγνοείς πως έχεις θησαυρίσει μέσα σου.
Η αγάπη είναι δυο δρόμοι που ενώνονται στη γη,
έχοντας ξεκινήσει από τα σύννεφα ή τα τάρταρα.
Η αγάπη είναι το δίχτυ που εγκλωβίζει στα σκοινιά του δυο ζωές,
μα τους παραχωρεί απέραντο τον χώρο του έρωτα.
Η αγάπη είναι η λάμψη που εγκυμονεί η νύχτα,
όταν σκορπά το αίμα του γαλαξία στα σκοτεινά σκεπάσματά της.
Η αγάπη είναι το νησί που αναδύεται,
κάθε φορά που υποχωρεί η άμπωτη της μοναξιάς.
Η αγάπη είναι το ρήγμα στο φλοιό της ύπαρξής σου,
ο μόνος σεισμός που λαχταράς να σε καταποντίσει.
Η αγάπη είναι ο λαχνός που αμφισβητεί όλες τις πιθανότητες,
γιατί στον διάλεξε η μοίρα πριν από την αρχή του χρόνου.

Η αγάπη είναι το μοναχικό κερί που τρεμοσβήνει στο τραπέζι σου
και στον καπνό του βλέπεις να σε κοιτά η μορφή που τρυφερά τη συλλογίζεσαι.
Η αγάπη είναι ο διάδρομος που ξεκινά από το πουθενά
και καταλήγει απροσδόκητα στην πόρτα του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το ακριβό ποτήρι που ίσως έσπασε,
μα το φυλάς ανάμεσα στ’ ασημικά των αναμνήσεών σου.
Η αγάπη είναι το ιχνογράφημα επάνω στα σεντόνια
από τη θέρμη σώματος που φλόγισες με τη λαχτάρα σου.
Η αγάπη είναι η στάλα που επιμένει να διαβρώνει το ταβάνι σου,
ακόμη κι όταν προσπαθείς να κλείσεις όλες τις διόδους στη βροχή.
Η αγάπη είναι η αράχνη που με πείσμα ξαναφτιάχνει τον ιστό της,
κάθε φορά που με μανία τον χαλάς στη γωνιά του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το βιβλίο που παράτησες στη μέση,
μα οι σελίδες του συνεχίζουν να γυρνούν σαν δεν κοιτάς.
Η αγάπη είναι το ρολόι που θέλεις να αγνοείς και το άφησες ξεκούρδιστο,
κι εκείνο όλο και γρηγορότερα χτυπά συντονισμένο σε μυστικούς παλμούς.
Η αγάπη είναι τα ρούχα τα ακατάστατα που δοκιμάζεις
για μια συνάντηση, που κι αν δεν γίνει, για σένα έχει ήδη εκπληρωθεί.
Η αγάπη είναι ο τρόπος που κοιτάς τα πράγματα, στο δωμάτιο ή στον κόσμο,
η απάντησή σου στο ερώτημα που αγνοείς ότι σου έχει υποβληθεί.

⊂Ο⊃

VEINTE DEFINICIONES PARA EL AMOR

El cariño es la ola en la que se encuentran dos aves,
puesto que recorrieron todo el mundo buscándose la una a la otra.
El cariño es la hoja desconocida
que se deslizó dentro de ti en una lluvia veraniega sin darte cuenta.
El cariño es la montaña que se eleva
para escuchar limpiamente la voz de tu relámpago cuando nace.
El cariño es la cueva que desciende hasta tu corazón
para encontrar el metal que no sabes que has atesorado en ti.
El cariño es dos caminos que se unen en la tierra,
tras haber partido de las nubes o del tártaro.
El cariño es la red que enreda entre sus cuerdas dos vidas
pero las abandona en el terreno infinito del amor.
El cariño es el resplandor que lleva en su seno la noche
cuando esparce la sangre de la vía láctea en sus cubiertas oscuras.
El cariño es la isla que emerge
cada vez que retrocede la marea de la soledad.
El cariño es la rotura en la corteza de tu existencia,
el único seísmo que deseas que te haga naufragar.
El cariño es la suerte que pone en duda todas las posibilidades,
porque te lo eligió el destino antes del principio del tiempo.

El cariño es la vela solitaria que se apaga con temblores en tu mesa
y en su humo ves que te mira la figura en la que tiernamente piensas.
El cariño es el corredor que parte de ningún sitio
y acaba inesperadamente en la puerta de tu habitación.
El cariño es el vaso caro que quizás se rompió
pero lo guardas en la vajilla de plata de tus recuerdos.
El cariño es el boceto sobre las sábanas
del calor del cuerpo que incendiaste con tu deseo.
El cariño es la gota que insiste en taladrar tu techo,
incluso cuando intentas cerrar todos los pasos a la lluvia.
El cariño es la araña que con obstinación vuelve a hacer su tela
cada vez que con locura la arrancas del rincón de tu cuarto.
El cariño es el libro que dejaste en el centro
pero sus páginas continúan pasando cuando no miras.
El cariño es el reloj que quieres ignorar y lo dejas sin cuerda
pero golpea cada vez más rápidamente sintonizado con latidos secretos.
El cariño es la ropa desordenada que te pruebas
para una cita que, si no se da, ya se ha realizado para ti.
El cariño es la forma de mirar las cosas, en la habitación o en el mundo,
tu respuesta a la pregunta que ignoras que te han hecho.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 02 – Almohadas / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

 

Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ

Επιτέλους έπεσες από τον ουρανό
η αναμενομένη και η μορφή σου
διάττων άγγελος, το ένδυμά σου
η σάρκα του προαιώνιου πόνου.
Σε τράβηξε ο ερμητικός σαν αίνιγμα γρανίτης των βουνών,
η ανυπομονησία του χρόνου καθώς γυρίζει φίδι μέσα στην κλεψύδρα του,
το φύλλο της πλατάνου, στοχασμός μιας αρμονίας
που διασχίζει τα νερά γαλάζιας άνοιξης.
Ο κόσμος ένα κάτοπτρο οπού ’δες τη μορφή σου
κι είπες:
«Πιο ωραία από μένα είναι μονάχα
η μελωδική φωνή του θανάτου,
καθώς διαβάζει το ποίημα της ζωής».
Πέταξαν σπίθες από έρωτα οι αστραπές
και η βοή τους διέσχισε της σιωπής το ρεύμα,
μάτωσε το σέλας που φωτίζει ερειπωμένα χωριά
και εγκαταλειμμένες ζωές ανθρώπων.
Κι εγκαταστάθηκες πια εδώ, κοντά μου,
αστροφώτιστη σάρκα των ονείρων,
ευμετάβλητη σαν φλεγόμενη σκέψη της άμμου,
στερεή σαν πλευρές νοήματος
που χαράχτηκαν μια για πάντα απαστράπτουσες
επάνω στο διαμάντι του πόθου.

⊂Ο⊃

LA ESPERADA

Caíste finalmente del cielo,
esperada, y tu figura,
ángel fugaz, tu vestido
la carne del dolor ancestral.
Te arrastró el hermético, como enigma, granito de las montañas,
la impaciencia del tiempo mientras gira como una serpiente en su clepsidra,
la hoja del plátano de sombra, pensamiento de una armonía
que escinde las aguas de la primavera azul.
El mundo, un espejo en el que viste tu figura
y dijiste:
“Sólo es más hermosa que yo
la melódica voz de la muerte,
cuando atraviesa el poema de la vida”.
Los relámpagos hicieron volar chispas de amor
y su clamor escindió la corriente del silencio,
ensangrentó el fulgor que ilumina aldeas en ruinas
y abandonadas vidas de hombres.
Y te estableciste al fin aquí, a mi lado,
carne luminosa de los sueños,
cambiante como ardiente pensamiento de la arena,
firme como lados del sentido
que, brillantes, quedaron grabados de una vez para siempre
sobre el diamante del deseo.

 

 

 

 

Ibon Herrera- Serie: Pixel / 01 – Tazas / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo /20 x 20 cm / 2017

 

 

 

Η ΣΤΕΓΗ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ

Σε μια στέγη κυριευμένη απ’ το ρυθμό του χρόνου
για καιρό κατοικεί το άγρυπνο βλέμμα μου.
Αμέτρητες φορές εκτυφλωτική την οκτάβα του ήλιου
ανάμεσα σε νέφη μελωδίας αντίκρισα
και σελήνης αμετάφραστη γλωσσολαλιά
στο ψιθύρισμα του σκότους διέκρινα.
Τον εσμό των στιγμών που φεύγουνε φωτεινές
και χάνονται μέσα στο δάσος
τον θαύμασα στα πυρωμένα μάτια των λύκων σαν άστρα.

Αν και πολλές φορές υποπτεύθηκα πως τίποτε,
ούτε το σκισμένο με κύματα χειρόγραφο της θάλασσας,
ούτε το ρεύμα που σπρώχνει τη μοίρα να βρει μιαν ακτή
θα φέρει πίσω στο Άργος τον άνακτα.
Δεν είναι μόνο ένα Αιγαίο που χωρίζει τις ηπείρους,
δεν αρκεί ένα διάτρητος τάπητας νησιών να γεφυρώσει αποστάσεις
όσων έχουνε φύγει κι έχουν αφήσει πίσω τους
κειμήλιο ξεχασμένο στο σεντούκι της λησμονιάς
τη ζωή τους.

⊂Ο⊃

LA VIVIENDA DE LOS ATRIDAS

En una vivienda dominada por el ritmo del tiempo
vive desde antiguo mi mirada vigilante.
Innumerables veces vi de frente la cegadora octava del sol
entre nubes de melodía
y distinguí el intraducible don de lenguas de la luna
en el murmullo de la oscuridad.
Admiré la multitud de instantes luminosos que se van
y se pierden por el bosque
en los ojos ardientes de los lobos como estrellas.

Aunque muchas veces sospeché que nada,
ni el manuscrito del mar rasgado de olas
ni la corriente que empuja el destino a encontrar una playa
devolverá el rey a Argos.
No es sólo un Egeo lo que divide los continentes,
no basta una alfombra perforada de islas para puentear las distancias
de cuantos se han marchado y han dejado tras ellos
un tesoro abandonado en el cofre del olvido,
sus vidas.

 

 

 

 

Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ – ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ

Επιτέλους έπεσες από τον ουρανό η αναμενομένη
και το βλέμμα σου μακρινό αγριολούλουδο,
κομμένη φλέβα της απεραντοσύνης.
Σε τράβηξε ο στιλπνός γρανίτης των βουνών,
η φωνή των κυμάτων που αντικρίζουν επιτέλους την ακτή κι αγαλλιούν,
ο πλάτανος με το αφημένο δοξάρι του ανέμου επάνω του.
Ο κόσμος ένα κάτοπτρο οπού ‘δες τη μορφή σου κι είπες:
«Πιο ωραίο από μένα είναι μόνο το δάκρυ του θανάτου,
καθώς θρηνεί την αθωότητα που ο ίδιος σκότωσε».
Ταράχτηκαν τα κρυμμένα άστρα στο βυθό
κι η λάμψη τους εμβόλισε το χρόνο,
μάτωσε το σέλας της μνήμης που φωτίζει λησμονημένα βάθη
και ποντισμένες μέσα σου ανθρώπινες ζωές.
Κι εγκαταστάθηκες πια εδώ, ανάμεσα μας,
ρόδο φωτιάς που άνθισε κάποτε στον ουρανό
και έπεσε στην σκοτεινή αυλή απρόσμενα,
το τελευταίο βράδυ της αιωνιότητας,
πριν ξεκινήσει να μετρά απ’ την αρχή,
ο έσχατος χρησμός που δεν είναι ποτέ να εκπληρωθεί.

⊂Ο⊃

LA ESPERADA – SEGUNDA ACEPCIÓN

Al fin, esperada, caíste del cielo y tu mirada,
lejana flor silvestre,
vena cortada de la infinitud.
Te atrajo el reluciente granito de los montes,
la voz de las olas que miran al fin
la costa y se regocijan,
el plátano de sombra con el arco abandonado
del viento sobre él.
El mundo, un espejo en el que viste tu figura y dijiste:
«Sólo es más hermosa que yo la lágrima de la muerte, cuando lamenta la inocencia que ella misma mató».
Los astros ocultos se agitaron en el fondo,
y sus resplandores injertaron el tiempo,
se ensangrentó el fulgor de la memoria
que ilumina profundidades olvidadas
y vidas humanas hundidas dentro de ti.
Y ya te instalaste aquí, entre nosotros,
rosa de fuego que floreció un día en el cielo
y cayó inesperadamente en el patio oscuro,
la última tarde de la eternidad,
antes de ponerse a medir, desde el principio,
el último oráculo que nunca ha de cumplirse.

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

 

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Τι χαρωπά σαν δύει στην παραλία ο ήλιος
πάνω από κεφαλές που περπατούν στα δυο τους πόδια,
πότε τραβώντας με βία τετράποδα οικιακά,
πότε μικρά αντίτυπα που ελπίζεται
πως θ’ αντικαταστήσουνε μια μέρα τους γεννήτορες
με άλλα αντίτυπα.
Και ούτω καθεξής έως δυσμών του χρόνου.

Τι θαυμαστή που είναι αυτήν την ώρα η παραλία.
Πλήρως αναπλασμένη από τους καλλιτέχνες μας,
κεκοσμημένη με επαίνους απ’ τους ποιητές μας,
ντόπιους κι επήλυδες,
αρχιτεκτονικά κι εικαστικά ευφυής, μοντέρνα,
το όραμα της πόλης για τον εαυτό της,
ο καγχασμός που κυριεύει την ασχήμια
όταν χρειάζεται να εμπνευστεί την ομορφιά.

Τι εύτακτα που βαδίζουμε όλοι εδώ εν πορεία.
Χαράζοντας το ίδιο μονοπάτι πλάι στο ταλάντεμα του ανθρώπινου αφρού
πώς καταλήγουμε καθείς σ’ άλλο σημείο!
Καθένας πιάνει και μια άλλη θέση στης ζωής το μέγα μήκος,
λίγο παράλιο τόπο στου διπλανού το στοχασμό.

Απόψε -όπως πάντα- ελπίζεται πως επιτέλους
όλα θα αποκτήσουν νόημα
όταν σκοτεινιάσει
και οι σκιές μας πάρουνε δικαιωματικά τις θέσεις μας,
αμίλητες, ακίνητες, βουβές
πλάι στη θάλασσα, την βαθιά και την ήρεμη,
τη θάλασσα την πλατιά και μεγάλη.

⊂Ο⊃

EN LA PLAYA

Qué alegría cuando el sol se pone en la playa
sobre cabezas que andan sobre sus dos piernas,
unas veces tirando con fuerza de cuadrúpedos domésticos,
otras, pequeños ejemplares que se espera
que reemplacen un día a los progenitores
con otras copias.
Y así sucesivamente hasta el fin de los tiempos.

Qué admirable es la playa en ese instante.
Remodelada completamente por nuestros artistas,
adornada con alabanzas por nuestros poetas,
lugareños y extranjeros,
ingeniosa arquitectónica y artísticamente, moderna,
la visión de la ciudad sobre sí misma,
la burla que domina la fealdad
cuando se necesita que la belleza se inspire.

Qué ordenados caminamos todos aquí en marcha.
Rayando el mismo sendero junto a la oscilación de la espuma humana
¡cómo concluimos cada uno en otro punto!
Cada cual coge un sitio distinto en la gran longitud de la vida,
un pequeño lugar playero en el pensamiento del prójimo.

Esta noche -como siempre- se espera que al fin
todo tenga sentido
cuando anochezca
y nuestras sombras cojan por derecho nuestros sitios,
silenciosas, inmóviles, mudas
junto al mar, profundo y tranquilo,
el mar ancho y grande.

 

 

 

 

*  *  *

Derechos reservados
©Stavros Guirguenis-Textos 
©José Antonio Moreno Jurado-Traducción

 

NOTA BIOGRÁFICA

Stavros Guirguenis nació en 1972. Trabaja y vive en Tesalónica. Es doctor en Filología Griega Antigua por la Universidad Aristotélica de Tesalónica. Desde 1998 hasta hoy, ha traducido 15 volúmenes de antiguos escritores griegos en las editoriales Zitros y Exandas. Entre sus traducciones sobresale especialmente el volumen comentado del Evangelio apócrifo de Tomás (Ed. Zitros, 2006). Ha editado cuatro libros de poemas: La Esperada (Ed. Vuné, 2012), Mágadis. Fuga (Ed. Romi, 2017), Sobre los sueños (Ed. Romi, 2018) y En el centro del ojo. Demonios humanos (Ed. Romi, 2018). Edita la revista cuatrimestral de ensayo y literatura Nóima y es miembro activo del equipo de redacción de la revista Erato-Ars Poetica. Sus poemas, traducciones y artículos han sido editados en revistas impresas y electrónicas. Se dedica en asiduidad a la traducción al griego de poesía extranjera. Ha publicado libros de poemas del mejicano Homero Aridjis y del fantástico escritor americano Clark Ashton Smith, y además un tomo de poemas del pueblo Tamil (kurunthokai). Ha colaborado significativamente en libros colectivos de poesía traducida. Tiene preparado para la edición un tomo sobre la poetisa americana Nora May French (1881-1907) y otro sobre el poeta americano David Patrick Barnitz (1878-1901).

⊂Ο⊃

Ο Σταύρος Γκιργκένης γεννήθηκε το 1972. Ζει και ερ¬γάζεται στη Θεσ¬σαλονίκη. Είναι διδάκτορας φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1998 έχει μετα¬φράσει 15 υπομνηματισμένους τόμους έργων της αρχαίας γραμμα¬τείας στις εκδόσεις Ζήτρος και Εξάντας. Εκδίδει με συνερ¬γάτες το δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα και είναι ενεργό μέλος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Ερατώ-Ars Poetica. Ποιήματα, μεταφράσεις και άρθρα του έχουν εκδοθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές: Η Αναμενομένη (Εκδ. Βουνέ, 2012), Μάγαδις. Φούγκα (Εκδ. Ρώμη, 2017), Περί ονείρων (Εκδ. Ρώμη, 2018), Στου ματιού το κέντρο. Ανθρώπινα δαιμόνια (Εκδ. Ρώμη, 2018). Μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα ποι¬ή¬ματα του Μεξικανού ποιητή Homero Aridjis (Εκδ. Ρώμη, 2018), ερωτικά ποιήματα των Ταμίλ (Εκδ. Ρώμη, 2018) και ποιήματα του Αμερικανού συγ-γραφέα του φανταστικού Clark Ashton Smith (Εκδ. Ρώμη, 2018). Είναι έτοιμοι προς έκδοση δύο τόμοι ποιημάτων των Αμερικανών ποιητών Nora May French (1881-1907) και David Patrick Barnitz (1878-1901).

⊂Ο⊃

Las Ilustraciones que acompañan los poemas son de la artista bogotana Ibon Herrera. Licenciada en Artes Plásticas y Visuales de la Universidad Santo Tomás. participó en el Open San Felipe 2019. Su obra Me movió el piso fue expuesta en el Museo de Arte Contemporáneo de Bogotá entre septiembre y noviembre de 2019. A expuesto en Latin Art Gallery, Praga – República Checa en 2018 y en Casa Principal, Veracruz – México en 2011, en el Centro Colombo Americano de Bucaramanga en 2013, en el Museo de Arte Universidad del Magdalena en 2013 y 2016, en la Biblioteca José Fernández de Madrid de la Universidad de Cartagena y en Luvina la esquina cultural ambas en 2017. Actualmente dirige y desarrolla un proyecto de formación con estudiantes de secundaria llamado Manos al arte. Les invitamos a visitar su WEB.

⊂Ο⊃

 

ORQUÍDEAS EN MI SANGRE- Poemas de Ena Victoria Ramírez

Foto │©Fredy Yezzed

 

Del libro: Tu nombre en la piedra

 

 

GRAFFITTI

Sobre la mesa del café
deshaces tu palabra
y conviertes
lo callado
en duda.

 

 

 

 

POESÍA

Cuando te abrace
podré decir vértigo
sin que tiemble la mosca
en mi ventana.

 

 

 

 

EPIGRAMA DEL PRESO

Tengo encadenada tu palabra
el vaho en el zaguán lo atestigua.

 

 

 

 

Ibon Herrera. Serie: Tras un rastro evocador – 4 / C-print y dibujo en lápiz sobre tela / 59 x 87,5 cm /2010

 

 

 

 

EL AIRE

Aleteo sobre el taburete
y en el papel no aparece tu nombre,
solo ríos y valles que se repiten
golpeándose entre consonantes
y esdrújulas.

Destrozo el taburete
y aun así no asoma la primera sílaba.
Barro lo que queda y guardo una astilla.

Con ella tejo el aire.

 

 

 

 

BOCETO

¿Esta soy?
¿La que sueño?
¿La que quiere ser?
¿La que se lamenta
porque no la miro?

La que canta en tinieblas
con papeles escritos sin nadie.

La que encuentras desnuda en tu calle
dando a luz el dolor que no conoces.

Soy el rostro desdibujado y la mendiga que rechaza el vino.
Soy la mujer que traza cuarenta y siete veces su sombra en el espejo.

 

 

 

 

 

Ibon Herrera. Serie: Tras un rastro evocador – 6 / Fotografía y dibujo sobre papel / 25 x 33 cm  / 2010

 

 

 

 

 

 

CUERPO VACÍO

Entre las páginas de un libro de Victoria
o en la penumbra de mi armario
está esa huérfana
que ya no soy.

 

 

 

 

SIN TÍTULO

El camino sigue fijo
colgado en la pared
sin nombre.

 

 

 

 

CASA DE FAMILIA

A María Fernanda Ramírez

Abracé a mi hermana tan fuerte
que sus orquídeas en mi sangre
se hicieron huerto.

 

 

 

 

ECOS

El viento envuelve tu música
palabras de sal
que aprieto a destiempo.

El viento trae tu forma
el brazo
el recuerdo.

 

 

 

 

 

 

Ibon Herrera. “Como el aire llena los espacios entre los objetos, así la melancolía llena los intervalos entre un gozo y otro”. Leopardi  / C-print, acrílico y lápiz grafito sobre tela 70 x 100 cm / 2013

 

 

 

 

 

 

 

GALERÍA DE ESCLAVOS

Podrías desterrarme del sueño
y aun así
seguiría tu baúl
en mi cuerpo.

 

 

 

 

LOCURA

Giro el torso
y encuentro los retazos
de mi cuerpo
esparcidos en tu cama.

 

 

 

 

LUJURIA

Reposa la luna
mientras esconde en los fresnos
su redondez.

     

*  *  *

Derechos reservados
©Ena Victoria Ramírez 

 

NOTA BIOGRÁFICA

Ipiales, Nariño, 1968. Poeta. Ha participado en lecturas y en talleres de poesía coordinados por Fredy Yezzed, Federico Díaz-Granados, John Galán Casanova y Jaime García Maffla. Desde 2015 participa activamente en el Taller de poesía de Domingo Atrasado que dirige Federico Cóndor. Su libro Tu nombre en la piedra, fue finalista en el concurso Internacional de Poesía Paralelo Cero 2019, organizado por el Festival de Poesía Paralelo Cero y El Ángel Editor, Quito, Ecuador. Estudió medicina al igual que William Carlos Williams.

⊂Ο⊃

Las Ilustraciones que acompañan los poemas son de la artista bogotana Ibon Herrera. Licenciada en Artes Plásticas y Visuales de la Universidad Santo Tomás. participó en el Open San Felipe 2019. Su obra Me movió el piso fue expuesta en el Museo de Arte Contemporáneo de Bogotá entre septiembre y noviembre de 2019. A expuesto en Latin Art Gallery, Praga – República Checa en 2018 y en Casa Principal, Veracruz – México en 2011, en el Centro Colombo Americano de Bucaramanga en 2013, en el Museo de Arte Universidad del Magdalena en 2013 y 2016, en la Biblioteca José Fernández de Madrid de la Universidad de Cartagena y en Luvina la esquina cultural ambas en 2017. Actualmente dirige y desarrolla un proyecto de formación con estudiantes de secundaria llamado Manos al arte. Les invitamos a visitar su WEB.

⊂Ο⊃