MAR DE INVIERNO – Poemas de Yorgos Markópulos /ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

©Foto ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

         

⊂Ο⊃

Μετάφραση: Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο
(Traducción de José Antonio Moreno Jurado)

 

 

ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΑΣ ΛΗΣΤΗΣ

Κουράστηκα πια στα υψίπεδα

και θέλω χαμηλά να κατέβω,

το χέρι μιας γήινης να φιλήσω Μαρίας

που ισιώνει στον κήπο τον κισσό

και φτιάχνει, στη μάντρα δίπλα, τη μαρμελάδα.

 

Κουράστηκα, σας λέω, κουράστηκα,

η νύχτα όλο και πιο πολύ με πληγώνει

και ο πυρετός ακάθεκτος,

όπως ο εχθρός τα διαλυμένα φυλάκια, με καταλαμβάνει,

 

Πήρε απόγευμα κιόλας

και τα χωριά, τα πράσινα ολόδροσα χωράφια

πέρα μακριά στον κάμπο κοιτάζω.

 

Πήρε απόγευμα και πάει ήδη προς το βράδυ.

 

Ο θάνατος στους σκουριασμένους νερόμυλους πλέκεται,

τα πουλιά φεύγουν, χάνονται,

και τους τρελούς μέσα βαθιά στ’ αυτιά τους

σκυλιά τους κυνηγούν,

σκυλιά τους κυνηγούν και καμπάνες.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

HABLA UN LADRÓN

Me cansé ya de las cimas

y quiero descender hasta abajo,

para besar la mano de una María terrenal

que enderece la hiedra en el jardín

y haga, junto al redil, la mermelada.

 

Me cansé, os digo, me cansé,

la noche me hiere cada vez más

y la fiebre iracunda

se apodera de mí como el enemigo de los cuerpos de guardia deshechos.

 

Se hizo ya el atardecer

y miro las aldeas, las tierras verdes y frescas

allá lejos en el campo.

 

Se hizo el atardecer y ya va hacia la noche.

 

La muerte se trenza en los herrumientos molinos de agua,

se van las aves, se desvanecen,

y a los locos muy dentro de sus oídos

los persiguen los perros,

los persiguen perros y campanas.

 

⊂Ο⊃

 

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.

Απογεύματα, γιορτές στο κουζινάκι

χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.

Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί,

ένα κτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…

Αλλάξαν οι καιροί, που λέει και ο λαός,

πράγματα διάφορα συνέβησαν,

χαθήκαμε με τον αδελφό μου,

μάθαμε πως έφυγε και ο πατέρας…

 

Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ τόσο βαθιά στα μάτια.

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή

που εκείνος δεν έζησε.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

MI PADRE QUERÍA CONSTRUIR UNA CASA

Mi padre consumió una vida para construir una casa.

Tardes, fiestas en la cocinita

sin un dulce o sin una cafetería.

Cuando murió, dejó una callecilla llena de hierba,

un edificio sin huecos, sin sofás, años…

Cambiaron los tiempos, como dice también el pueblo,

diferentes cosas sucedieron,

nos perdimos con mi hermano,

aprendimos que se fue también el padre.

 

Por eso te miro por la tarde profundamente a los ojos.

Es por si vivo yo la humilde calidez

que él no vivió.

 

⊂Ο⊃

 

Η ΜΝΗΜΗ ΠΑΛΙΩΝΕΙ

Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.

Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,

φράζουν την πηγή που ζητάω.

Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,

ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.

 

Γελάς. Δυο ποτήρια που σπάζουν

σε ερημική παραλία τα γέλια σου.

Ύστερα πια θυμώνεις.

Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,

πέφτει με πάταγο η φωνή σου.

 

Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.

Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα

στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.

Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,

για πάντα εκείνο το βράδυ,

φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,

δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλια γκρεμίζει.

 

Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.

Και όλα εδώ τελειώνουν.

Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.

                    

Ανάμεσα στο τελευταίο τσιγάρο και στη νύχτα

η μνήμη παλιώνει, η φωνή του φίλου χάνεται

και η παρεξήγηση παίρνει ένα τέλος.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

EL RECUERDO ENVEJECE

Siento sed como el río que se secó.

Piedras inamovibles, tus manos entre las piernas

tapian la fuente que busco.

Engañador, intento atraerlas utilizando chistes,

o impetuoso en otro tiempo, exactamente como el río que fui un día.

 

Ríes. Dos vasos que se quiebran,

tu sonrisa en una playa solitaria.

Después, ya, te enojas.

Un disparo a lo lejos en los campos,

tu voz cae con estrépito.

 

Si hubiese muerto, no me habrías conocido.

Si no hubieses olvidado tus cerillas aquella tarde

en la estación o en el tren, tampoco me hubieses conocido.

Y, si, a continuación, no hubieses salido de nuestra casa

para siempre aquella tarde,

poniéndote rápidamente la falda sin ropa interior,

no sería yo ahora el viento que se despeña por celos.

 

Así son, entonces, los hombres. Uno, montaña, y otro, cuchillo.

Y todo termina aquí.

Y lo imprevisto es para que suceda.

 

Entre el último cigarro y la noche

envejece el recuerdo, la voz del amigo se desvanece

y el malentendido termina.

 

⊂Ο⊃

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

 

Στην Αγγελική και στον Μπάμπη Ζαφειράτο

 

Τα ποιήματα είναι δύσκολα, το ξέρετε.

Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,

σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.

 

Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε.

Την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα.

Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο

σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί.

 

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος

που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

LOS POEMAS, UN RÍO, EL POETA

 

Para Angélica y Babi Zafirato

 

Los poemas son difíciles, lo sabéis.

Y, si levantas las palabras, son tan tristes

como dedos que te duelen una noche agónicamente.

 

Un río es un extranjero que se oculta, lo sabéis.

Por la mañana va al mar.

Al atardecer se queda tranquilamente inmóvil

como animal salvaje a cuyo lado pasaron cazadores.

 

El poeta, un indiferente, como se supone,

que oculta sus manos en los bolsillos.

 

⊂Ο⊃

 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

Στον Νίκο Μαρκομιχελάκη

 

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εδώ ας καθίσουμε μια στιγμή στην ησυχία.

Όπως καθίσαμε παιδιά στη σχολική εορτή.

Όπως κάθισαν οι καλεσμένοι στην αυλή

στους αρραβώνες της γιαγιάς μας, Κυριακή Ιουλίου του 1930.

Όπως κάθισαν οι δυο ξένοι στο σταθμό της Κορίνθου

και αγαπήθηκαν ύστερα πίσω από άδεια κιβώτια μπύρας

και τον εγκαταλειμμένο φωνόγραφο,

μισή ώρα πριν έρθουν τα τραίνα, και ύστερα χάθηκαν για πάντα.

Θάλασσα του χειμώνα αφημένη από τους ανθρώπους.

Εμείς που ποθήσαμε τόσο πολύ τη γαλήνη

γυρνάμε τώρα στις λεωφόρους δίχως κρεβάτι

και με τα μάτια κόκκινα από την αγρύπνια.

 

 

 

©Natalia Franco | “A la deriva”, instalación en muelle y mar

 

 

 

MAR DE INVIERNO

 

A Nikos Markomijelakis

 

Mar de invierno abandonado por los hombres.

Sentémonos aquí un momento con tranquilidad.

Como nos sentábamos de niños en la fiesta del colegio.

Como se sentaron los invitados al patio

en los esponsales de nuestra abuela. Domingo, julio de 1930.

Como se sentaron los dos extranjeros en la estación de Corinto

y se amaron después tras cajas vacías de cerveza

y el fonógrafo abandonado,

media hora antes de la llegada de los trenes, y después se perdieron para siempre.

Mar de invierno abandonado por los hombres.

Nosotros que deseábamos tanto la tranquilidad

vagamos ahora por las avenidas sin cama

y con los ojos enrojecidos por estar en vela.

 

⊂Ο⊃

 

Derechos reservados
©Yorgos Markópulos (poemas)
©José Antonio Moreno Jurado (traducción)

 

NOTA BIOGRÁFICA

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951 και από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά. Έχουν κυκλοφορήσει επτά ποιητικές συλλογές του, μία συλλογή με πεζά, δύο τόμοι με κείμενά του για το έργο άλλων ποιητών, δύο μονογραφίες του (μία για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και μία για το έργο του Τάσου Λειβαδίτη). Το 1996 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), ενώ σε μετάφραση Michel Volkovitch εκδόθηκε στα γαλλικά μια επιλογή από όλες τις ποιητικές συλλογές του με τον γενικό τίτλο Ne recouvre pas la riviere (Cahiers grecs, Paris, 2000). Το 2011 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Κρυφός κυνηγός, ενώ την ίδια χρονιά τιμήθηκε και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του.

⊂Ο⊃

Yorgos Markópulos nació en Mesina, en 1951, y reside en Atenas desde 1965. Estudió Ciencias Económicas. Ha editado siete libros de poemas, un libro de prosa, dos volúmenes con textos sobre la obra de otros poetas, dos monografías (una sobre el fútbol en la poesía griega y otra, sobre la obra de Tasos Livaditis. En 1996 se le concedió el Premio Kavafis, en Alejandría (Egipto), en 1999 el Premio Nacional de Poesía por su libro No cubras el río (Ed. Kedros, 1998) y, en traducción de Michel Volkovitch, se editó en francés una selección de toda su obra con el título general de Ne récouvre pas la rivière (Cahiers grecs, París, 2000). En 2011, obtuvo otra vez el Premio Nacional de Poesía por su libro Cazador furtivo y, en el mismo año, fue honrado también con el Premio de la Academia de Atenas, por el conjunto de toda su obra, de la Fundación Kostas y Eleni Ouranis.

 ⊂Ο⊃

Las imágenes que acompañan a los poemas son de la artista plástica colombiana Natalia Franco, y hacen parte de “A la Deriva”, instalación en muelle y mar, laboratorio “La otra orilla”, Bienal de Artes Plásticas del Atlántico-EBA.

Natalia Franco es artista plástica y actriz. Abogada de la Universidad Nacional de Colombia. Integrante de varias agrupaciones como Teatro Experimental UN, Vendimia Teatro, Polymnia, Acto Latino, Ditirambo Teatro y Teatro de Sueños. Actualmente trabaja en el elenco de Dramactores Estudio. Los temas que aborda a través de diferentes medios plásticos son la ausencia, los recuerdos, el amor como resistencia, la mujer, la soledad, la sensualidad, el paisaje como diario de viaje y el tiempo como camino. Les invitamos a visitar su WEB.

⊂Ο⊃

 

EL DIAMANTE DEL DESEO- Poemas de Stavros Guirguenis

 

Foto │©Archivo particular

 

Traducción de José Antonio Moreno Jurado

 

⊂Ο⊃

 

ΑΣΤΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

Οι ποιητές εστέτ και οι ονειροπαρμένοι αρχαιολόγοι
λεν μουσουργώντας πως η πόλη μοιάζει με ψηφιδωτό
ή μια σειρά απανωτών στρωμάτων στο χώρο και το χρόνο.
Και προφανώς υπονοείται κάτι θετικό,
η ιστορία, η τέχνη, οι άνθρωποι,
λαοί χαμένοι, κοιμητήρια, μνημεία ερειπιώδη.

Καθώς περιδιαβαίνεις
των ποιητών και των λογίων τα ονειρέματα
μπορεί και να δοθείς στην αυταπάτη.

Μα η πόλη είναι πάντα σε πορεία απώλειας,
ένα ατέρμονο, ενσυνείδητο Sein-zum-Tode.
Η πόλη είναι κουφάρι που του σπαράξανε τα σωθικά
θηρία σταλμένα από το μέλλον της,
είναι το επιστολόχαρτο, λευκό, του αγράμματου
που δεν κατάφερε να καταγράψει τη βαθιά ζωή του για το αύριο,
είναι το φως που ιριδίζει πεινασμένο
στο πανωφόρι του χορτασμένου ιδιοκτήτη του,
είναι ο Κάσσανδρος που ξέμεινε στο χρόνο ανεπιθύμητος
κρατώντας το κράνος απλωμένο,
να αντανακλά το φως βασιλεμένων ήλιων
και να μαζεύει των περαστικών τα κέρματα.

Η πόλη είναι μια χίμαιρα,
η διασταύρωση του νάνου μ’ έναν τιτάνα,
το εξάμβλωμα που ’πεσε πρόωρα
από τη μήτρα της ασχήμιας του.
Η πόλη είναι ο Νέρων που την έκαψε
και στη συνέχεια βαρέθηκε να την οικοδομήσει.
Η πόλη είναι ένα υπέρπυκνο κενό
που επικαλείται τη μετρημένη ανυπαρξία μας
για να μπορέσει να σταθεί μ’ αξιοπρέπεια
στην ύπαρξη.

⊂Ο⊃

ONTOLOGÍA URBANA

Los poetas estetas y los arqueólogos soñadores
dicen, componiendo música, que la ciudad parece un mosaico
o una serie de estratos amontonados en el espacio y el tiempo.
Y evidentemente se supone que es algo positivo,
la historia, el arte, los hombres,
pueblos perdidos, cementerios, monumentos en ruinas.

Cuando atraviesas por completo
las ensoñaciones de los poetas y los ilustrados,
es posible que te llames al engaño.

Pero la ciudad está siempre en camino de destrucción,
un interminable, consciente Sein-zum-Tode.
La ciudad es cadáver al que destrozaron las entrañas
animales enviados desde su futuro,
es el papel de carta, blanco, del analfabeto
que no consiguió inscribir su vida profunda en el mañana,
es la luz hambrienta que se irisa
en el abrigo de su propietario saciado,
es el Casandro que quedó indeseable en el tiempo,
sosteniendo el casco tendido,
reflejando la luz de soles ya puestos
y reuniendo las monedillas de los viandantes.

La ciudad es una quimera,
el cruce del enano y el titán,
la monstruosidad que cayó prematuramente
de la matriz de su fealdad.
La ciudad es el Nerón que la incendió
y se esforzó a continuación en reconstruirla.
La ciudad es un vacío densísimo
que lleva el apodo de nuestra medida inexistencia
para poder mantenerse con dignidad
en la existencia.

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Μακριά σαν τα φτερά του γερακιού η ελπίδα μου
και ο ίσκιος της καρδιάς μου άγριος
στο χώμα του ουρανού διαγράφεται.
Πολύ καιρό περιφέρομαι
τον κύκλο κάνω του κόσμου και πάλι ξανάρχομαι.
Κι όταν στέκομαι επάνω στα κάστρα,
όπου μια έπαλξη ανεβαίνει κάποτε τόσο ψηλά απ’ τις άλλες
και κρύβει τον ήλιο
σκοτεινιάζει ο χρόνος και βλέπω
τι θ’ απογίνουν οι κέδροι,
τι χαρά αποκάλυψης περιμένει το μεσημέρι
το μικρό μυστικό της αγάπης που στη ρίζα τους έθαψα.

⊂Ο⊃

EN LA TIERRA DEL CIELO

Mi esperanza, lejos como las alas del halcón,
y la sombra de mi corazón, salvaje,
está trazada en la tierra del cielo.
Durante mucho tiempo me estoy moviendo,
doy la vuelta al mundo y vengo otra vez.
Y, cuando me detengo sobre las fortalezas,
en donde una almena asciende a veces por encima de las demás
y oculta el sol,
el tiempo se oscurece y veo
en qué se volverán los cedros,
qué alegría de descubrimiento espera al mediodía
el pequeño secreto del amor que enterré en sus raíces.

 

 

 

 

ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

Η καταιγίδα παίρνει πάντα μαζί της ένα μέρος της ύπαρξής σου.
Το ταραχοποιό σου πνεύμα εμποτίζει το σύννεφο
και ξεσπά σε κάποια άλλη γη,
υπνωτίζοντας νοτερά τα φτερά των πουλιών,
δημιουργώντας σταλαγματιές πάνω σε νεόφυτα δέντρα,
κρύσταλλα στον τροχό του υαλουργού που λάμπουν.
Και περνάς άπιαστη πάνω από σύνορα
και οι λέξεις μου μάταια στήνουν ενέδρα για να σε συλλάβουν.
Ίσως σε κάποιο μοναχικό σπιτάκι στην άκρη του νου
να συναντηθούν οι έννοιες που δίνουμε στα πράγματα,
να συμφωνήσουμε τι είναι φως και τι μη φως
και τι το αστραφτερό σκοτάδι ανάμεσά τους.

⊂Ο⊃

ESPÍRITU PERTURBADOR

La tormenta siempre lleva consigo una parte de tu existencia.
Tu espíritu perturbador empapa la nube
y estalla en otra tierra cualquiera,
hipnotizando las húmedas alas de las aves,
creando gotas sobre neófitos árboles,
cristales resplandecientes en la rueda del vidriero.
Y pasas, inasible, por encima de las fronteras
y mis palabras en vano levantan emboscada para agarrarte.
Quizás en alguna casa solitaria en el extremo de la mente
se encuentren los conceptos que damos a las cosas,
quizás coincidamos en pensar qué es luz y qué no es luz
y qué la reluciente oscuridad que hay entre nosotros.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 06 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

Η ΦΥΓΗ

«Μη φεύγετε!»
Σας φώναζα την ώρα
που στο δίχτυ του ωκεανού πιασμένος
τρέμει υγρός ο αλιαετός του Σείριου.
Στάζουν οι Υάδες μελάνι βροχής
στον αρχέγονο κώδικα της νύχτας.

Μη φεύγετε!
Η ψυχή μου ακόμη δεν άναψε την ηχώ της
στις πρωινές φρυκτωρίες των βουνών
και το πνεύμα μου
δεν έδεσε το τέρας της μνήμης
στο κατάρτι του λυκαυγούς.

Μα εσείς φεύγατε.
Στα έγκατα του κέδρου πίσω απ’ αρώματα κρυμμένες,
θυμίαμα στο άγιο της ελάτου κοντάκιο,
στην παλάμη του Θεού κλωστή
που την παίρνει η αγέλη των άστρων
και κεντά
ακτινοβόλα την έλικα του γαλαξία.

Πρώτες ελπίδες, οράσεις αστραπής,
μ’ εγκαταλείψατε·
τώρα που ωρίμασα
κι η καρδιά μου δεν αντέχει
το διάφανο βάρος του κεραυνού
στο παλάτι της.

⊂Ο⊃

LA HUIDA

«¡No huyáis!»
os grité en el instante
en que atrapada en la red del océano
tiembla, húmeda, el águila marina de Sirio.
Gotean las Hiades tinta de lluvia
en el códice primitivo de la noche.

«¡No huyáis!»
Mi alma no encendió aún su estruendo
en las mañaneras señales luminosas de las montañas
y mi espíritu
no ató al monstruo del recuerdo
al mástil de la alborada.

Pero vosotros os fuisteis.
Escondidas en las profundidades del cedro tras los aromas,
incienso en el santo kontakio del abeto,
hilo en la palma de la mano de Dios
cogido el rebaño de las estrellas
y borda
radiantemente la hélice de la Vía Láctea.

Primeras esperanzas, visiones del relámpago,
me habéis abandonado;
ahora, cuando he madurado,
y mi corazón no resiste
el peso diáfano del rayo
en su palacio.

 

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως κοιτάζει ένα άλλο φως;
Ποιες νότες ανταλλάσσονται από διόδους μυστικές
σαν τη χορδή που κιθαρίζει τη μουσική του χρόνου;
Κάποτε μεγαλώνεις κι αναζητάς τα δευτερόλεπτα που ξόδεψες
χωρίς να αγοράσεις κάτι απ’ την πραμάτεια των ονείρων σου.
Κι όμως ήταν εκεί, απλωμένη σαν ερωμένη που δίνεται ολάκερη,
αλλά εσύ διαλέγεις πάντα κάτι το λιγότερο,
το μισοφέγγαρο, αντί για την πανσέληνο,
το ένα χρώμα, αντί για όλο το ουράνιο τόξο.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φεγγάρι συναντά ένα άλλο;
Ποιοι θρύλοι να ξυπνούν σαν ξεκινάει να χτυπά η καρδιά της νύχτας;
Οι δράκοι κάποτε γερνούν κι εξημερώνονται
κι εσύ ακόμη αναζητάς το κάστρο
που δεν εκπόρθησε ποτέ ο δισταγμός κι η αναβλητικότητά σου.
Κι όμως η πύλη του ήταν ανοιχτή,
κόρη ενός ματιού που διαστέλλεται ολάκερο
για να δεχτεί το αγαπημένο σχήμα εντός του.
Αλλά εσύ διαλέγεις πάντα το μισόκλειστο παράθυρο,
τη χαραμάδα αντί για τη βαθιά ρωγμή,
το σχίσιμο στο πέπλο αντί για το γυμνό κορμί του αγάλματος.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως δεν αντέχει να κοιτάζει ένα άλλο φως;
Όταν ένα βλέμμα σβήνει για να μην δει το άλλο;
Όταν το πεντάγραμμο αδειάζει από τις νότες του,
όλη αυτή η χαμένη μουσική πού να πηγαίνει;

⊂Ο⊃

LUNA LLENA

¿Qué sucede cuando una luz mira a otra luz?
¿Qué notas se intercambian por vías secretas
como la cuerda que guitarrea la música del tiempo?
A veces creces y buscas los segundos que gastaste
sin comprar nada de la mercancía de tus sueños.
Y, sin embargo, estaba allí, tendida como amante que se da por completo,
pero tú eliges siempre lo más pequeño,
lo medio luminoso, en vez de la luna llena,
un color, en vez de todo el arcoíris.

¿Qué sucede cuando una luna se encuentra con otra?
¿Qué leyendas se despiertan cuando comienza a latir el corazón de la noche?
Los dragones a veces envejecen y se amansan
y tú buscas incluso la fortaleza que jamás saquearon tu duda y tu procrastinación.
Y, sin embargo, su puerta estaba abierta,
pupila de un ojo que se dilata por completo
para aceptar la forma amada en su interior.
Pero tú eliges siempre la ventana medio cerrada,
la hendidura en vez de la grieta profunda,
el rasgón en el velo en vez del cuerpo desnudo de la estatua.

¿Qué sucede cuando una luz no resiste mirar a otra luz?
¿Qué sucede cuando una mirada se desvanece para no ver a la otra?
Cuando el pentagrama se vacía de sus notas,
¿a dónde va toda esa música perdida?

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 03 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo con hilo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

ΣΤΟΝ ΘΟΛΟ ΤΟΥΣ

Προς τη νύχτα το χέρι σου απλώνεις.
Με των δαχτύλων την άκρη ένα-ένα
μετακινείς στο θόλο τους τ’ άστρα,
αναδιατάσσοντας αρχαίους χάρτες,
παραπλανώντας αστρολάβους
και μάτια που ζητούν να βρουν
ένα νόημα κρυμμένο στο φως της αβύσσου.
Κι εγώ, ες αεί δεμένος στο πλάι σου,
αναρωτιέμαι όπως πάντα εντός μου
ποιον απ’ όλους τους ήλιους
θα διαλέξεις ν’ αφαιρέσεις απόψε
απ’ τον ουρανό.

⊂Ο⊃

EN SU BÓVEDA

A la noche extiendes tu mano.
Con la punta de los dedos, uno a uno,
trasladas las estrellas en su bóveda,
reordenando mapas antiguos
engañando astrolabios
y ojos que ansían encontrar
un sentido oculto en la luz del abismo.
Y yo, atado por siempre a tu lado,
me pregunto a mí mismo como siempre
a cuál de todos los soles
elegirás para quitarlo esta noche
del cielo.

 

 

 

 

ΣΕΠΤΟ ΤΟΠΙΟ

Σεπτό τοπίο γεμάτο στίγματα δέντρων απογυμνωμένων.
Τα συναισθήματα, σκόρπια στο έδαφος φύλλα.
Το κρύο σκεβρώνει τις λέξεις.
Ο χειμώνας ακόμη διυλίζει το αίμα μου.
Ο ήλιος μόλις που προλαβαίνει
να ματώσει μια τροχιά στον ουρανό
πριν υποκύψει στο βάρος του.
Το μάτι μου, όμως, αρκείται σ’ αυτό το λίγο και έλκεται.
Η καμπύλη της ζωής μου μια παραβολή ανοιχτή προς το φως.

⊂Ο⊃

VENERABLE LUGAR

Venerable lugar lleno de estigmas de árboles desnudos.
Las sensaciones, hojas esparcidas en el suelo.
El frío ladea las palabras.
El invierno filtra aún mi sangre.
El sol apenas alcanza
a ensangrentar una órbita en el cielo
antes de ceder a su peso.
Mi ojo, sin embargo, se basta con poco y se deja llevar.
La curva de mi vida, una parábola abierta a la luz.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 04 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017

 

 

 

 

ΕΙΚΟΣΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Η αγάπη είναι το κύμα όπου συναντιούνται δυο πουλιά,
αφού γυρίσανε όλο τον κόσμο αναζητώντας το ένα τ’ άλλο.
Η αγάπη είναι το αγνοημένο φύλλο
που γλίστρησε μέσα σου σε καλοκαιρινή βροχή και δεν το πρόσεξες.
Η αγάπη είναι το βουνό που υψώνεται,
για να ακούσει τη φωνή της αστραπής σου καθάρια σαν γεννιέται.
Η αγάπη είναι το σπήλαιο που κατεβαίνει ως την καρδιά σου,
για να βρει το μέταλλο που αγνοείς πως έχεις θησαυρίσει μέσα σου.
Η αγάπη είναι δυο δρόμοι που ενώνονται στη γη,
έχοντας ξεκινήσει από τα σύννεφα ή τα τάρταρα.
Η αγάπη είναι το δίχτυ που εγκλωβίζει στα σκοινιά του δυο ζωές,
μα τους παραχωρεί απέραντο τον χώρο του έρωτα.
Η αγάπη είναι η λάμψη που εγκυμονεί η νύχτα,
όταν σκορπά το αίμα του γαλαξία στα σκοτεινά σκεπάσματά της.
Η αγάπη είναι το νησί που αναδύεται,
κάθε φορά που υποχωρεί η άμπωτη της μοναξιάς.
Η αγάπη είναι το ρήγμα στο φλοιό της ύπαρξής σου,
ο μόνος σεισμός που λαχταράς να σε καταποντίσει.
Η αγάπη είναι ο λαχνός που αμφισβητεί όλες τις πιθανότητες,
γιατί στον διάλεξε η μοίρα πριν από την αρχή του χρόνου.

Η αγάπη είναι το μοναχικό κερί που τρεμοσβήνει στο τραπέζι σου
και στον καπνό του βλέπεις να σε κοιτά η μορφή που τρυφερά τη συλλογίζεσαι.
Η αγάπη είναι ο διάδρομος που ξεκινά από το πουθενά
και καταλήγει απροσδόκητα στην πόρτα του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το ακριβό ποτήρι που ίσως έσπασε,
μα το φυλάς ανάμεσα στ’ ασημικά των αναμνήσεών σου.
Η αγάπη είναι το ιχνογράφημα επάνω στα σεντόνια
από τη θέρμη σώματος που φλόγισες με τη λαχτάρα σου.
Η αγάπη είναι η στάλα που επιμένει να διαβρώνει το ταβάνι σου,
ακόμη κι όταν προσπαθείς να κλείσεις όλες τις διόδους στη βροχή.
Η αγάπη είναι η αράχνη που με πείσμα ξαναφτιάχνει τον ιστό της,
κάθε φορά που με μανία τον χαλάς στη γωνιά του δωματίου σου.
Η αγάπη είναι το βιβλίο που παράτησες στη μέση,
μα οι σελίδες του συνεχίζουν να γυρνούν σαν δεν κοιτάς.
Η αγάπη είναι το ρολόι που θέλεις να αγνοείς και το άφησες ξεκούρδιστο,
κι εκείνο όλο και γρηγορότερα χτυπά συντονισμένο σε μυστικούς παλμούς.
Η αγάπη είναι τα ρούχα τα ακατάστατα που δοκιμάζεις
για μια συνάντηση, που κι αν δεν γίνει, για σένα έχει ήδη εκπληρωθεί.
Η αγάπη είναι ο τρόπος που κοιτάς τα πράγματα, στο δωμάτιο ή στον κόσμο,
η απάντησή σου στο ερώτημα που αγνοείς ότι σου έχει υποβληθεί.

⊂Ο⊃

VEINTE DEFINICIONES PARA EL AMOR

El cariño es la ola en la que se encuentran dos aves,
puesto que recorrieron todo el mundo buscándose la una a la otra.
El cariño es la hoja desconocida
que se deslizó dentro de ti en una lluvia veraniega sin darte cuenta.
El cariño es la montaña que se eleva
para escuchar limpiamente la voz de tu relámpago cuando nace.
El cariño es la cueva que desciende hasta tu corazón
para encontrar el metal que no sabes que has atesorado en ti.
El cariño es dos caminos que se unen en la tierra,
tras haber partido de las nubes o del tártaro.
El cariño es la red que enreda entre sus cuerdas dos vidas
pero las abandona en el terreno infinito del amor.
El cariño es el resplandor que lleva en su seno la noche
cuando esparce la sangre de la vía láctea en sus cubiertas oscuras.
El cariño es la isla que emerge
cada vez que retrocede la marea de la soledad.
El cariño es la rotura en la corteza de tu existencia,
el único seísmo que deseas que te haga naufragar.
El cariño es la suerte que pone en duda todas las posibilidades,
porque te lo eligió el destino antes del principio del tiempo.

El cariño es la vela solitaria que se apaga con temblores en tu mesa
y en su humo ves que te mira la figura en la que tiernamente piensas.
El cariño es el corredor que parte de ningún sitio
y acaba inesperadamente en la puerta de tu habitación.
El cariño es el vaso caro que quizás se rompió
pero lo guardas en la vajilla de plata de tus recuerdos.
El cariño es el boceto sobre las sábanas
del calor del cuerpo que incendiaste con tu deseo.
El cariño es la gota que insiste en taladrar tu techo,
incluso cuando intentas cerrar todos los pasos a la lluvia.
El cariño es la araña que con obstinación vuelve a hacer su tela
cada vez que con locura la arrancas del rincón de tu cuarto.
El cariño es el libro que dejaste en el centro
pero sus páginas continúan pasando cuando no miras.
El cariño es el reloj que quieres ignorar y lo dejas sin cuerda
pero golpea cada vez más rápidamente sintonizado con latidos secretos.
El cariño es la ropa desordenada que te pruebas
para una cita que, si no se da, ya se ha realizado para ti.
El cariño es la forma de mirar las cosas, en la habitación o en el mundo,
tu respuesta a la pregunta que ignoras que te han hecho.

 

 

 

 

Ibon Herrera – Serie: Pixel / 02 – Almohadas / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 20 cm / 2017

 

 

 

 

Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ

Επιτέλους έπεσες από τον ουρανό
η αναμενομένη και η μορφή σου
διάττων άγγελος, το ένδυμά σου
η σάρκα του προαιώνιου πόνου.
Σε τράβηξε ο ερμητικός σαν αίνιγμα γρανίτης των βουνών,
η ανυπομονησία του χρόνου καθώς γυρίζει φίδι μέσα στην κλεψύδρα του,
το φύλλο της πλατάνου, στοχασμός μιας αρμονίας
που διασχίζει τα νερά γαλάζιας άνοιξης.
Ο κόσμος ένα κάτοπτρο οπού ’δες τη μορφή σου
κι είπες:
«Πιο ωραία από μένα είναι μονάχα
η μελωδική φωνή του θανάτου,
καθώς διαβάζει το ποίημα της ζωής».
Πέταξαν σπίθες από έρωτα οι αστραπές
και η βοή τους διέσχισε της σιωπής το ρεύμα,
μάτωσε το σέλας που φωτίζει ερειπωμένα χωριά
και εγκαταλειμμένες ζωές ανθρώπων.
Κι εγκαταστάθηκες πια εδώ, κοντά μου,
αστροφώτιστη σάρκα των ονείρων,
ευμετάβλητη σαν φλεγόμενη σκέψη της άμμου,
στερεή σαν πλευρές νοήματος
που χαράχτηκαν μια για πάντα απαστράπτουσες
επάνω στο διαμάντι του πόθου.

⊂Ο⊃

LA ESPERADA

Caíste finalmente del cielo,
esperada, y tu figura,
ángel fugaz, tu vestido
la carne del dolor ancestral.
Te arrastró el hermético, como enigma, granito de las montañas,
la impaciencia del tiempo mientras gira como una serpiente en su clepsidra,
la hoja del plátano de sombra, pensamiento de una armonía
que escinde las aguas de la primavera azul.
El mundo, un espejo en el que viste tu figura
y dijiste:
“Sólo es más hermosa que yo
la melódica voz de la muerte,
cuando atraviesa el poema de la vida”.
Los relámpagos hicieron volar chispas de amor
y su clamor escindió la corriente del silencio,
ensangrentó el fulgor que ilumina aldeas en ruinas
y abandonadas vidas de hombres.
Y te estableciste al fin aquí, a mi lado,
carne luminosa de los sueños,
cambiante como ardiente pensamiento de la arena,
firme como lados del sentido
que, brillantes, quedaron grabados de una vez para siempre
sobre el diamante del deseo.

 

 

 

 

Ibon Herrera- Serie: Pixel / 01 – Tazas / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo /20 x 20 cm / 2017

 

 

 

Η ΣΤΕΓΗ ΤΩΝ ΑΤΡΕΙΔΩΝ

Σε μια στέγη κυριευμένη απ’ το ρυθμό του χρόνου
για καιρό κατοικεί το άγρυπνο βλέμμα μου.
Αμέτρητες φορές εκτυφλωτική την οκτάβα του ήλιου
ανάμεσα σε νέφη μελωδίας αντίκρισα
και σελήνης αμετάφραστη γλωσσολαλιά
στο ψιθύρισμα του σκότους διέκρινα.
Τον εσμό των στιγμών που φεύγουνε φωτεινές
και χάνονται μέσα στο δάσος
τον θαύμασα στα πυρωμένα μάτια των λύκων σαν άστρα.

Αν και πολλές φορές υποπτεύθηκα πως τίποτε,
ούτε το σκισμένο με κύματα χειρόγραφο της θάλασσας,
ούτε το ρεύμα που σπρώχνει τη μοίρα να βρει μιαν ακτή
θα φέρει πίσω στο Άργος τον άνακτα.
Δεν είναι μόνο ένα Αιγαίο που χωρίζει τις ηπείρους,
δεν αρκεί ένα διάτρητος τάπητας νησιών να γεφυρώσει αποστάσεις
όσων έχουνε φύγει κι έχουν αφήσει πίσω τους
κειμήλιο ξεχασμένο στο σεντούκι της λησμονιάς
τη ζωή τους.

⊂Ο⊃

LA VIVIENDA DE LOS ATRIDAS

En una vivienda dominada por el ritmo del tiempo
vive desde antiguo mi mirada vigilante.
Innumerables veces vi de frente la cegadora octava del sol
entre nubes de melodía
y distinguí el intraducible don de lenguas de la luna
en el murmullo de la oscuridad.
Admiré la multitud de instantes luminosos que se van
y se pierden por el bosque
en los ojos ardientes de los lobos como estrellas.

Aunque muchas veces sospeché que nada,
ni el manuscrito del mar rasgado de olas
ni la corriente que empuja el destino a encontrar una playa
devolverá el rey a Argos.
No es sólo un Egeo lo que divide los continentes,
no basta una alfombra perforada de islas para puentear las distancias
de cuantos se han marchado y han dejado tras ellos
un tesoro abandonado en el cofre del olvido,
sus vidas.

 

 

 

 

Η ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ – ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ

Επιτέλους έπεσες από τον ουρανό η αναμενομένη
και το βλέμμα σου μακρινό αγριολούλουδο,
κομμένη φλέβα της απεραντοσύνης.
Σε τράβηξε ο στιλπνός γρανίτης των βουνών,
η φωνή των κυμάτων που αντικρίζουν επιτέλους την ακτή κι αγαλλιούν,
ο πλάτανος με το αφημένο δοξάρι του ανέμου επάνω του.
Ο κόσμος ένα κάτοπτρο οπού ‘δες τη μορφή σου κι είπες:
«Πιο ωραίο από μένα είναι μόνο το δάκρυ του θανάτου,
καθώς θρηνεί την αθωότητα που ο ίδιος σκότωσε».
Ταράχτηκαν τα κρυμμένα άστρα στο βυθό
κι η λάμψη τους εμβόλισε το χρόνο,
μάτωσε το σέλας της μνήμης που φωτίζει λησμονημένα βάθη
και ποντισμένες μέσα σου ανθρώπινες ζωές.
Κι εγκαταστάθηκες πια εδώ, ανάμεσα μας,
ρόδο φωτιάς που άνθισε κάποτε στον ουρανό
και έπεσε στην σκοτεινή αυλή απρόσμενα,
το τελευταίο βράδυ της αιωνιότητας,
πριν ξεκινήσει να μετρά απ’ την αρχή,
ο έσχατος χρησμός που δεν είναι ποτέ να εκπληρωθεί.

⊂Ο⊃

LA ESPERADA – SEGUNDA ACEPCIÓN

Al fin, esperada, caíste del cielo y tu mirada,
lejana flor silvestre,
vena cortada de la infinitud.
Te atrajo el reluciente granito de los montes,
la voz de las olas que miran al fin
la costa y se regocijan,
el plátano de sombra con el arco abandonado
del viento sobre él.
El mundo, un espejo en el que viste tu figura y dijiste:
«Sólo es más hermosa que yo la lágrima de la muerte, cuando lamenta la inocencia que ella misma mató».
Los astros ocultos se agitaron en el fondo,
y sus resplandores injertaron el tiempo,
se ensangrentó el fulgor de la memoria
que ilumina profundidades olvidadas
y vidas humanas hundidas dentro de ti.
Y ya te instalaste aquí, entre nosotros,
rosa de fuego que floreció un día en el cielo
y cayó inesperadamente en el patio oscuro,
la última tarde de la eternidad,
antes de ponerse a medir, desde el principio,
el último oráculo que nunca ha de cumplirse.

 

 

 

 

Ibon Herrera-Serie: Pixel / 05 / Ensamblaje de disquete sobre tabla y dibujo / 20 x 40 cm / 2017 (Detalle)

 

 

 

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Τι χαρωπά σαν δύει στην παραλία ο ήλιος
πάνω από κεφαλές που περπατούν στα δυο τους πόδια,
πότε τραβώντας με βία τετράποδα οικιακά,
πότε μικρά αντίτυπα που ελπίζεται
πως θ’ αντικαταστήσουνε μια μέρα τους γεννήτορες
με άλλα αντίτυπα.
Και ούτω καθεξής έως δυσμών του χρόνου.

Τι θαυμαστή που είναι αυτήν την ώρα η παραλία.
Πλήρως αναπλασμένη από τους καλλιτέχνες μας,
κεκοσμημένη με επαίνους απ’ τους ποιητές μας,
ντόπιους κι επήλυδες,
αρχιτεκτονικά κι εικαστικά ευφυής, μοντέρνα,
το όραμα της πόλης για τον εαυτό της,
ο καγχασμός που κυριεύει την ασχήμια
όταν χρειάζεται να εμπνευστεί την ομορφιά.

Τι εύτακτα που βαδίζουμε όλοι εδώ εν πορεία.
Χαράζοντας το ίδιο μονοπάτι πλάι στο ταλάντεμα του ανθρώπινου αφρού
πώς καταλήγουμε καθείς σ’ άλλο σημείο!
Καθένας πιάνει και μια άλλη θέση στης ζωής το μέγα μήκος,
λίγο παράλιο τόπο στου διπλανού το στοχασμό.

Απόψε -όπως πάντα- ελπίζεται πως επιτέλους
όλα θα αποκτήσουν νόημα
όταν σκοτεινιάσει
και οι σκιές μας πάρουνε δικαιωματικά τις θέσεις μας,
αμίλητες, ακίνητες, βουβές
πλάι στη θάλασσα, την βαθιά και την ήρεμη,
τη θάλασσα την πλατιά και μεγάλη.

⊂Ο⊃

EN LA PLAYA

Qué alegría cuando el sol se pone en la playa
sobre cabezas que andan sobre sus dos piernas,
unas veces tirando con fuerza de cuadrúpedos domésticos,
otras, pequeños ejemplares que se espera
que reemplacen un día a los progenitores
con otras copias.
Y así sucesivamente hasta el fin de los tiempos.

Qué admirable es la playa en ese instante.
Remodelada completamente por nuestros artistas,
adornada con alabanzas por nuestros poetas,
lugareños y extranjeros,
ingeniosa arquitectónica y artísticamente, moderna,
la visión de la ciudad sobre sí misma,
la burla que domina la fealdad
cuando se necesita que la belleza se inspire.

Qué ordenados caminamos todos aquí en marcha.
Rayando el mismo sendero junto a la oscilación de la espuma humana
¡cómo concluimos cada uno en otro punto!
Cada cual coge un sitio distinto en la gran longitud de la vida,
un pequeño lugar playero en el pensamiento del prójimo.

Esta noche -como siempre- se espera que al fin
todo tenga sentido
cuando anochezca
y nuestras sombras cojan por derecho nuestros sitios,
silenciosas, inmóviles, mudas
junto al mar, profundo y tranquilo,
el mar ancho y grande.

 

 

 

 

*  *  *

Derechos reservados
©Stavros Guirguenis-Textos 
©José Antonio Moreno Jurado-Traducción

 

NOTA BIOGRÁFICA

Stavros Guirguenis nació en 1972. Trabaja y vive en Tesalónica. Es doctor en Filología Griega Antigua por la Universidad Aristotélica de Tesalónica. Desde 1998 hasta hoy, ha traducido 15 volúmenes de antiguos escritores griegos en las editoriales Zitros y Exandas. Entre sus traducciones sobresale especialmente el volumen comentado del Evangelio apócrifo de Tomás (Ed. Zitros, 2006). Ha editado cuatro libros de poemas: La Esperada (Ed. Vuné, 2012), Mágadis. Fuga (Ed. Romi, 2017), Sobre los sueños (Ed. Romi, 2018) y En el centro del ojo. Demonios humanos (Ed. Romi, 2018). Edita la revista cuatrimestral de ensayo y literatura Nóima y es miembro activo del equipo de redacción de la revista Erato-Ars Poetica. Sus poemas, traducciones y artículos han sido editados en revistas impresas y electrónicas. Se dedica en asiduidad a la traducción al griego de poesía extranjera. Ha publicado libros de poemas del mejicano Homero Aridjis y del fantástico escritor americano Clark Ashton Smith, y además un tomo de poemas del pueblo Tamil (kurunthokai). Ha colaborado significativamente en libros colectivos de poesía traducida. Tiene preparado para la edición un tomo sobre la poetisa americana Nora May French (1881-1907) y otro sobre el poeta americano David Patrick Barnitz (1878-1901).

⊂Ο⊃

Ο Σταύρος Γκιργκένης γεννήθηκε το 1972. Ζει και ερ¬γάζεται στη Θεσ¬σαλονίκη. Είναι διδάκτορας φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1998 έχει μετα¬φράσει 15 υπομνηματισμένους τόμους έργων της αρχαίας γραμμα¬τείας στις εκδόσεις Ζήτρος και Εξάντας. Εκδίδει με συνερ¬γάτες το δοκιμιακό-λογοτεχνικό περιοδικό Νόημα και είναι ενεργό μέλος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Ερατώ-Ars Poetica. Ποιήματα, μεταφράσεις και άρθρα του έχουν εκδοθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές: Η Αναμενομένη (Εκδ. Βουνέ, 2012), Μάγαδις. Φούγκα (Εκδ. Ρώμη, 2017), Περί ονείρων (Εκδ. Ρώμη, 2018), Στου ματιού το κέντρο. Ανθρώπινα δαιμόνια (Εκδ. Ρώμη, 2018). Μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα ποι¬ή¬ματα του Μεξικανού ποιητή Homero Aridjis (Εκδ. Ρώμη, 2018), ερωτικά ποιήματα των Ταμίλ (Εκδ. Ρώμη, 2018) και ποιήματα του Αμερικανού συγ-γραφέα του φανταστικού Clark Ashton Smith (Εκδ. Ρώμη, 2018). Είναι έτοιμοι προς έκδοση δύο τόμοι ποιημάτων των Αμερικανών ποιητών Nora May French (1881-1907) και David Patrick Barnitz (1878-1901).

⊂Ο⊃

Las Ilustraciones que acompañan los poemas son de la artista bogotana Ibon Herrera. Licenciada en Artes Plásticas y Visuales de la Universidad Santo Tomás. participó en el Open San Felipe 2019. Su obra Me movió el piso fue expuesta en el Museo de Arte Contemporáneo de Bogotá entre septiembre y noviembre de 2019. A expuesto en Latin Art Gallery, Praga – República Checa en 2018 y en Casa Principal, Veracruz – México en 2011, en el Centro Colombo Americano de Bucaramanga en 2013, en el Museo de Arte Universidad del Magdalena en 2013 y 2016, en la Biblioteca José Fernández de Madrid de la Universidad de Cartagena y en Luvina la esquina cultural ambas en 2017. Actualmente dirige y desarrolla un proyecto de formación con estudiantes de secundaria llamado Manos al arte. Les invitamos a visitar su WEB.

⊂Ο⊃